του
Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Κάθε φορά που η Ευρώπη πρέπει να κάνει θετικά βήματα προς την πολιτική της ενοποίηση, πάντα επιλέγει περίεργα μονοπάτια, γιατί έτσι ξεπερνώνται εθνικές πολιτικές ευαισθησίες και αντιδράσεις. Κάτι παρόμοιο, κατά την γνώμη μας, συμβαίνει και με την αναγγελθείσα τραπεζική ένωση. αν κάποιος θελήσει να πάει πίσω από αυτήν, θα διαπιστώσει ότι μέχρι το 2025 πολλές εθνικές εξουσίες που σχετίζονται με τα δημόσια χρέη και τις τραπεζικές πρακτικές θα έχουν περάσει στην ΕΚΤ –που θα είναι ταυτοχρόνως ισχυρός πόλος νομισματικής και πολιτικής εξουσίας στην Ευρώπη. Οι τελευταίες εξελίξεις είναι έτσι αποκαλυπτικές και ενδεικτικές.
Μέσα στο 2014, η κρίση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος –που είναι το δεύτερο αποταμιευτικό νόμισμα στον κόσμο– θα εισέλθει στο πέμπτο έτος της. Σε αντίθεση δε με το δολλάριο, το ευρώ δεν έχει πίσω του μία ενιαία πολιτική εξουσία που να κατευθύνει την πορεία του –και αυτή είναι η ιδιαιτερότητά του. Επίσης, το κατακερματισμένο για την ώρα ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο δημιουργεί αρκετά ερωτηματικά ως προς την υγεία του, γεγονός που προκαλεί καχυποψία στις αγορές, παρά τις κάποιες δόσεις υπερβολής που τις συνοδεύουν.
Ακόμα χειρότερα, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα –στο οποίο από την 1η Ιανουαρίου εντάχθηκε και η Λετονία– έχει ισχυρούς εχθρούς εντός Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι οποίοι κάνουν ό,τι μπορούν για να κλονίσουν την προς αυτό εμπιστοσύνη του κοινού. Η διάσταση αυτή είναι πολύ σοβαρή για να αγνοηθεί. Οι εχθροί του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι γνωρίζουν πολύ καλά ότι το ενιαίο νόμισμα είναι μία μορφή ταυτότητος για τους Ευρωπαίους πολίτες –άρα είναι ένα στοιχείο που πρέπει να υπονομευθεί και να κατασυκοφαντηθεί, γιατί έτσι πλήττεται και αυτή η ίδια η ιδέα μιας δημοκρατικής Ευρώπης, οικονομικά εύρωστης και κοινωνικά αξιοζήλευτης. Στο επίπεδο λοιπόν αυτό, όπως και σε άλλα, άκρα αριστερά και άκρα δεξιά συμπλέουν στην Ευρώπη. Εις βάρος της, βεβαίως.
Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά και παρ’ όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις για την έκβαση των προσεχών ευρωεκλογών, η ευρωζώνη δείχνει να στέκεται καλά στα πόδια της –κυρίως χάρη στον ρόλο και την έμμεση πολιτική ισχύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Υπό την πίεσή της, οι πολιτικές ηγεσίες αποφάσισαν να προχωρήσουν προς την τραπεζική ένωση και τα πρώτα θετικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή είναι πραγματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, από το τέλος του 2014 η εποπτεία των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών θα περάσει από τις εθνικές αρχές στην ΕΚΤ –γεγονός που έναντι των διεθνών αγορών θα είναι ένα πολύ θετικό σήμα αποφασιστικότητος της Ευρώπης να συνεχίσει την προσπάθεια ολοκληρώσεώς της. Διότι, πίσω από την τραπεζική ένωση, υπάρχουν και πολιτικής χροιάς πτυχές που αφορούν άμεσα τον φαύλο κύκλο των σχέσεων τραπεζών και κρατών.
Ένας φαύλος κύκλος που πρέπει απαραιτήτως να εκλείψει, αν η ευρωζώνη επιθυμεί να ξεφύγει από την σπειροειδή του χρέους. Χαρακτηριστικές, από την άποψη αυτή, είναι οι περιπτώσεις της Ελλάδος, της Κύπρου και της Ιρλανδίας. Στην ελληνική περίπτωση, οι τράπεζές μας θα είχαν καταρρεύσει χωρίς την άμεση και ριζική βοήθεια της Ενώσεως και της ΕΚΤ, υπό το βάρος της άφρονος πολιτικής των ελληνικών κυβερνήσεων και της δανειακής πολιτικής τους. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις της Κύπρου και της Ιρλανδίας το πρόβλημα οφειλόταν στην αλλοπρόσαλλη και κερδοσκοπική διαχείριση των τραπεζικών ιδρυμάτων.
Από την άλλη πλευρά, η ανάμειξη της ΕΚΤ στην διαχείριση των μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων στην Ένωση θα περιορίσει και τις περιπτώσεις χορηγήσεως δανείων με πολιτικά κριτήρια, πρακτική που για πολλά χρόνια γνώρισε ημέρες δόξας στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Γαλλία και στην Κύπρο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, θα συμφωνήσουμε με τον κ. Μισέλ Μπαρνιέ, τον Γάλλο Επίτροπο αρμόδιο για το θέμα, ότι οι τελευταίες αποφάσεις του Εκοφίν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την τραπεζική ένωση αποτελούν ιστορικό βήμα για την Ευρώπη, παρά τις κριτικές –οι περισσότερες εξάλλου από τις οποίες δείχνουν σύγχυση περί το όλο θέμα, ή γίνονται εκ του πονηρού. Ο στόχος της ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης είναι διττός. Αφ’ ενός, αποσκοπεί στην δημιουργία ενός ισχυρού θεσμικού πλαισίου που θα προλαμβάνει την επανάληψη κρίσεων όπως αυτή που έπληξε την ευρωζώνη και, αφ’ ετέρου, επιδιώκει –σε βάθος χρόνου– την βελτίωση της ρευστότητος στον προβληματικό ευρωπαϊκό Νότο.
Αυτοί που ασκούν κριτική, όμως, θα ήθελαν άμεση αμοιβαιοποίηση των τραπεζικών κινδύνων και προβλημάτων του ευρωπαϊκού Νότου, ώστε τα τελευταία να τα αναλάβουν η Γερμανία κυρίως και οι πλούσιες χώρες του Βορρά. Επιθυμούσαν δε αυτή την αμοιβαιοποίηση εδώ και τώρα, ανεξαρτήτως της τραπεζικής υγείας των μεγάλων τραπεζών που λειτουργούν στις προβληματικές χώρες.
Η Γερμανία είχε αρνηθεί την εξέλιξη αυτή από τον Ιούνιο του 2012, όταν αποφασίστηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητος να μπορεί να επανακεφαλαιοποιεί αδύναμες τράπεζες ενόψει μιας προσεχούς τραπεζικής ένωσης. Τότε, η γερμανική πλευρά είχε ξεκαθαρίσει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της νομισματικής ένωσης ήταν η υπονόμευση του ευρώ από άκριτες και επικίνδυνες εθνικές τραπεζικές πρακτικές, οι οποίες ήταν αδιανόητο να επιβαρύνουν τους φορολογουμένους τρίτων χωρών. Με άλλα λόγια, η γερμανική πλευρά υποστήριζε ότι είναι αδύνατο ο Γερμανός φορολογούμενος να κληθεί να πληρώσει για τα «θαλασσοδάνεια» μιας οποιασδήποτε τράπεζας του Νότου ή για τα υψηλά επιτόκια που κάποιες άλλες τράπεζες προσέφεραν για να προσελκύουν κεφάλαια Ρώσων ή άλλων ολιγαρχών και απατεώνων.
Για την Γερμανία, και όχι μόνον, είναι σαφές ότι το θέμα της ρευστότητος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κρίσιμο, αλλά στενά συνδεδεμένο πλέον με την νέα ευρωπαϊκή τραπεζική αρχιτεκτονική, η οποία έχει αρκετό δρόμο μπροστά της. Διότι οι όποιες αποφάσεις για την τελική της μορφή θα πρέπει να τύχουν και της εγκρίσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτι που στην παρούσα φάση δεν θα είναι μία εύκολη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, στην αρχιτεκτονική αυτή καθοριστικός θα είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία αποκτά τεράστιες εποπτικές εξουσίες και ευθύνες, που δεν είναι πλέον μόνον νομισματικές. Η ΕΚΤ πολύ σύντομα θα κληθεί να σπάσει τον φαύλο κύκλο μεταξύ τραπεζών και κρατικών χρεών –και αυτό είναι μία άσκηση που απαιτεί και σημαντικά πολιτικά προσόντα.
Μέσα στο 2014 η ΕΚΤ θα πρέπει επίσης να πείσει τις αγορές και τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια ότι η ευρωζώνη και το νόμισμά της κάθε άλλο παρά πυροτέχνημα είναι. Αν καταφέρει να κερδίσει το στοίχημα αυτό ο επικεφαλής της ΕΚΤ κ. Μάριο Ντράγκι και το περί αυτόν επιτελείο, τότε ορισμένα σοβαρά προβλήματα ρευστότητος στον ευρωπαϊκό Νότο πιθανότατα θα μπουν στον δρόμο της επιλύσεώς τους. Το ίδιο ισχύει και για άτυπες προτάσεις της ΕΚΤ προς την ευρωπαϊκή πολιτική εξουσία για επαναθεώρηση των αρχών αντιμετωπίσεως κάποιων κρατικών χρεών.





