του Γιώργου Ζαϊρη*
Η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τον οίκο MSCI σε κατηγορία «ανεπτυγμένων αγορών» αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο για την ελληνική οικονομία, σηματοδοτώντας την επιστροφή της χώρας σε καθεστώς κανονικότητας μετά από περισσότερο από μια δεκαετία κρίσης. Σε κάθε σύγκριση ή αναβάθμιση, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι σημαντικό να αποσαφηνίζεται η κλίμακα κατάταξης, ώστε να γίνεται κατανοητό τόσο το μέγεθος όσο και η σημασία της αλλαγής. Ο οίκος MSCI (Morgan Stanley Capital International) κατατάσσει τις αγορές σε τρεις βασικές κατηγορίες:
I. Ανεπτυγμένες αγορές (Developed Markets): Πρόκειται για ώριμες και σταθερές οικονομίες, με υψηλή ρευστότητα, διαφάνεια και ανεπτυγμένες χρηματοοικονομικές υποδομές. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
II. Αναδυόμενες αγορές (Emerging Markets): Περιλαμβάνουν οικονομίες που βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης, προσφέροντας μεγαλύτερες προοπτικές απόδοσης αλλά και αυξημένο επενδυτικό ρίσκο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Βραζιλία και η Ινδία.
III. Μεθοριακές αγορές (Frontier Markets): Αφορούν λιγότερο ανεπτυγμένες κεφαλαιαγορές, με περιορισμένη ρευστότητα και υψηλότερο βαθμό κινδύνου. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται χώρες όπως η Κένυα και το Βιετνάμ.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών, λοιπόν, παρέμεινε στην κατηγορία των αναδυόμενων αγορών από το 2013 έως τον Μάιο του 2027, όταν και θα τεθεί σε εφαρμογή η αναβάθμισή του σε ανεπτυγμένη αγορά. Η αναβάθμιση αυτή εκτιμάται ότι θα ενισχύσει σημαντικά τη θέση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς διεθνώς, διευρύνοντας την πρόσβαση σε μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια και προσελκύοντας θεσμικούς επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Παράλληλα, θα λειτουργήσει ως επιβεβαίωση της προόδου που έχει συντελεστεί στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, ενώ αναμένεται να αυξήσει την ορατότητα των εισηγμένων εταιρειών και να ενισχύσει τη συμμετοχή τους σε διεθνείς δείκτες. Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται από σταδιακή προσαρμογή της αγοράς, με μετατόπιση προς πιο σταθερές επενδυτικές ροές και υψηλότερα πρότυπα διαφάνειας και εταιρικής διακυβέρνησης.
Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου οι πολεμικές συγκρούσεις τείνουν να ενσωματωθούν ανησυχητικά στην καθημερινότητα μας, και παράλληλα εντείνεται η αμφισβήτηση θεσμών και πολιτικών σε εσωτερικό επίπεδο, το σημείο τομής μεταξύ πραγματικής οικονομίας και χρηματιστηρίου παραμένει ζητούμενο.
Η αγορά εξακολουθεί να στηρίζεται σε έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό μεγάλων εισηγμένων εταιρειών (τράπεζες, ενεργειακοί όμιλοι, επιχειρήσεις τουριστικού και βιομηχανικού κλάδου κ.ο.κ) αφήνοντας εκτός πεδίου τον πυλώνα της παραγωγικής δραστηριότητας της χώρας καθώς σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ και της ΕΛΣΤΑΤ, το 99,9% των ελληνικών επιχειρήσεων ανήκει στην κατηγορία των μικρομεσαίων, εκ των οποίων περίπου 96% είναι πολύ μικρές (με λιγότερους από δέκα εργαζομένους).
Η αναβάθμιση, επομένως, αποτελεί ένα ισχυρό μήνυμα εμπιστοσύνης, χωρίς όμως να γεφυρώνει το διαχρονικό χάσμα μεταξύ χρηματιστηριακής εικόνας και πραγματικής οικονομίας - μιας οικονομίας που παραμένει σε μεγάλο βαθμό απούσα από το ταμπλό!
*Ο Ζαΐρης Γιώργος εργάζεται ως Director σε πολυεθνική με έδρα το Λουξεμβούργο και ειδικεύεται στη παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και Δημόσιους Φορείς σε θέματα αποτίμησης χαρτοφυλακίων και δανείων.




