του
Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Με ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από 10% κατά μέσον όρο, οι αναδυόμενες χώρες της Ασίας κυρίως, τα δέκα τελευταία χρόνια είχαν συσσωρεύσει σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα. Ταυτόχρονα, όμως, προσέλκυαν και σοβαρές ποσότητες επενδυτικών κεφαλαίων. Αυτά τα τελευταία, εξάλλου, τροφοδοτούσαν και την παραγωγική τους δραστηριότητα, η οποία σε μεγάλο βαθμό κρατούσε σε θετικό αναπτυξιακό επίπεδο το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
Έτσι, με την έμμεση στήριξη της ζήτησης στις χώρες αυτές, η αμερικανική οικονομία μπόρεσε, μετά το μίνι-κραχ του 2008, να μπει σε φάση ανάκαμψης –γεγονός που σε μακροοικονομικό επίπεδο οδήγησε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) της χώρας σε διαφορετικές νομισματικές επιλογές σε σχέση με το παρελθόν. Κατά κύριο δε λόγο, η Fed πολύ απλά επέλεξε να εκδίδει λιγότερο χρήμα. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, με δεδομένη την κυριαρχία του δολλαρίου ως παγκόσμιου αποταμιευτικού νομίσματος, έχει μεγάλη σημασία και σοβαρές παράπλευρες επιπτώσεις.
Πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες από τον Μάϊο 2013 και ιδιαίτερα το τελευταίο 10ήμερο αντιμετωπίζουν μεγάλες εκροές επενδυτικών κεφαλαίων και έντονες υποτιμητικές τάσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες των νομισμάτων τους. Τα προηγούμενα χρόνια, αναπτυσσόμενες οικονομίες είχαν επωφεληθεί από την υπερβάλλουσα ρευστότητα που δημιουργήθηκε παγκοσμίως από την εξαιρετικά διευκολυντική νομισματική πολιτική των Κεντρικών Τραπεζών των ανεπτυγμένων οικονομιών και ιδιαίτερα της Fed για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής και οικονομικής κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό, προσέλκυσαν μεγάλες ποσότητες επενδυτικών κεφαλαίων στις οικονομίες τους, ενισχύοντας ουσιαστικά τις αναπτυξιακές τους επιδόσεις. Τώρα, που έχει ήδη αρχίσει η διαδικασία περιορισμού της παγκόσμιας ρευστότητας από την Fed, υπάρχουν τάσεις φυγής κεφαλαίων από πολλές αναδυόμενες αγορές.
Έτσι, όπως επισημαίνεται στο εβδομαδιαίο οικονομικό Δελτίο της Alpha Bank, για μία ακόμη φορά στην ιστορία των επαναλαμβανόμενων συναλλαγματικών κρίσεων στις αναδυόμενες οικονομίες, τον τελευταίο καιρό ζουν την επανάληψή τους. Πρόκειται δε για κρίσεις που ακολουθούν περιόδους υψηλών καθαρών εισροών κεφαλαίων από το εξωτερικό, ένα μέρος των οποίων έχει ξεκάθαρο κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Γι αυτό, κατά την περίοδο ευφορίας και των μεγάλων εισροών κεφαλαίων, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες μετονομάζονται σε αναδυόμενες αγορές.
Ειδικότερα, οι συναλλαγματικές κρίσεις οδηγούν τις χώρες αυτές (πολλές από τις οποίες διαθέτουν πλουτοπαραγωγικούς πόρους πολύ μεγαλύτερης αξίας ακόμη και από πολλές αναπτυγμένες οικονομίες) σε καθήλωση των οικονομικών τους σε πολύ χαμηλά επίπεδα ανάπτυξης και, το σπουδαιότερο, σε επιδεινούμενη ανισοκατανομή των εισοδημάτων. Ειδικότερα, εκείνοι που υποφέρουν περισσότερο από τις συναλλαγματικές κρίσεις είναι γενικά εκείνοι που δεν έχουν την δυνατότητα να αποφύγουν την διάβρωση των εισοδημάτων τους με τον υπέρμετρα υψηλό και αυξανόμενο πολλές φορές πληθωρισμό, όπως οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Στις χώρες που έχουν δικό τους νόμισμα, ο πληθωρισμός προκύπτει συνήθως αρχικά από την αύξηση της εγχώριας ζήτησης με συνεχή αύξηση της εγχώριας πιστωτικής επέκτασης και των ελλειμμάτων του δημοσίου τομέα, με χρηματοδότηση αυτών των ελλειμμάτων κατά ένα μέρος με μεγάλες εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό. Στην συνέχεια, ο πληθωρισμός επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από τις μεγάλες κατά κανόνα υποτιμήσεις των δικών τους νομισμάτων αυτών των χωρών, όταν οι εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό αντιστρέφονται απότομα και καταλυτικά.
Οι κρίσεις επαναλαμβάνονται συνήθως σε αναπτυσσόμενες χώρες που διαθέτουν δικό τους νόμισμα και κυβερνήσεις πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν το τραπεζικό σύστημα και την νομισματική και συναλλαγματική πολιτική για να επιταχύνουν την ανάπτυξη των οικονομιών τους και την ταχεία αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων των εγχώριων κατοίκων τους, επωφελούμενες και από την δυνατότητα προσέλκυσης σημαντικών κεφαλαίων από το εξωτερικό. Στην συνέχεια, για να συγκρατήσουν την ταχεία αύξηση του πληθωρισμού που προκύπτει από την υψηλή εγχώρια πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, διατηρούν την συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός τους σε ανατιμημένα επίπεδα με την βοήθεια των εισροών κεφαλαίων από το εξωτερικό, όπου τα μεγάλα συνήθως πλεονάσματα στον Λογαριασμό Κεφαλαίων του εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών τους αντικατοπτρίζονται αναπόφευκτα σε αντίστοιχα ελλείμματα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών τους.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν οι οικονομικές συνθήκες επιδεινώνονται για οποιονδήποτε λόγο, δημιουργούνται καταστάσεις φυγής κεφαλαίων και ταχείας υποτίμησης των νομισμάτων αυτών των χωρών οδηγώντας συνήθως ακόμη και σε πλήρη αποσταθεροποίηση τις οικονομίες τους. Τότε, σε μία προσπάθεια αποτροπής της πλήρους κατάρρευσης των οικονομιών τους, πολλές κυβερνήσεις καταφεύγουν στην επιβολή αυστηρών συναλλαγματικών περιορισμών (δηλαδή απαγορεύουν την εξαγωγή χρηματικών ποσών από την χώρα είτε πρόκειται για εγχώριο είτε για ξένο νόμισμα), στην απαγόρευση της τήρησης λογαριασμών σε συνάλλαγμα στις εγχώριες τράπεζες ή σε τράπεζες του εξωτερικού, στην κεντρική διανομή συναλλάγματος με υπερτιμημένη ισοτιμία σε φορείς που ασκούν συγκεκριμένες δραστηριότητες, κ.α. Εφαρμόζουν έτσι πολιτικές που επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, με στόχο την επάνοδο σε κατάσταση ισορροπίας.
Η επάνοδος αυτή όμως ούτε δεδομένη είναι, ούτε και απαλλαγμένη από απρόβλεπτο πολιτικό κόστος. Συνεπώς, η παγκόσμια οικονομία μπήκε εκ νέου σε περίοδο αβεβαιότητας και, αν για την ώρα η κρίση στις αναδυόμενες χώρες (Τουρκία, Βραζιλία, Αργεντινή, κλπ.) δείχνει να ελέγχεται, αυτό σίγουρα οφείλεται στο ότι η Κίνα είναι έξω από τον χορό, καθ’ όσον το νόμισμά της δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Το ερώτημα, ωστόσο, με δεδομένη την εσωτερική κατάσταση στην αχανή αυτή χώρα, είναι πόσο θα διαρκέσει η απουσία αυτή.
Από την άλλη πλευρά, κανείς δεν πρέπει και δεν μπορεί να αγνοήσει τον διεθνή σταθεροποιητικό ρόλο του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, που είναι και το δεύτερο αποταμιευτικό στον κόσμο. Ίσως δε κάποιοι να επιθυμούν διακαώς την κατάρρευση του ευρώ για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν ασύλληπτα υπερκέρδη από έναν γενικευμένο διεθνή συναλλαγματικό-νομισματικό πόλεμο.





