του
Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Σε μόνον 143 σελίδες, το βιβλίο του κ. Κώστα Μπακούρη «Ο Ακήρυκτος Πόλεμος, Αθήνα 2004» (εκδόσεις Παπαδόπουλου) λέει πολλά, υπονοεί περισσότερα και προσφέρει πολύτιμη τροφή για σκέψη. Ποιος είναι όμως ο συγγραφέας και γιατί έγραψε αυτό το βιβλίο μία δεκαετία μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας;
Καταξιωμένος μάνατζερ, σήμερα πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Σωληνουργίας Κορίνθου και μέλος του ΔΣ εταιρειών της Βιοχάλκο, ο Κώστας Μπακούρης την κρίσιμη περίοδο 1998-2000 της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος της Οργανωτικής Επιτροπής –όχι χωρίς τις σχετικές «περιπέτειες» που συνεπάγεται παρόμοια θέση ευθύνης. Υπό αυτή την οπτική γωνία, το βιβλίο που συνέγραψε είναι η οδύσσεια ενός πολιτικά αχρωμάτιστου και διεθνώς καταξιωμένου τεχνοκράτη-μάνατζερ στο κακοτράχαλο έδαφος της ελλαδικής πραγματικότητας, με την οποία αρνήθηκε να συμβιβαστεί.
Ο «ξενόφερτος» Κώστας Μπακούρης στα δυόμισι χρόνια που είχε αναλάβει την οργανωτική προσπάθεια για την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, είχε να αντιμετωπίσει πολιτικές πιέσεις, μικροπολιτικές σκοπιμότητες, προσωπικές ίντριγκες, παιχνίδια οικονομικών συμφερόντων, καθημερινές τριβές και αντιστάσεις. Ωστόσο, επετέλεσε ένα σημαντικό έργο, θεμέλιο της επιτυχημένης διεξαγωγής των Αγώνων. Το έργο του ήταν δε το πιο σημαντικό διότι, αν κάτι πήγαινε στραβά στην προετοιμασία, στην συνέχεια όλα θα ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο.
«Τον Ιανουάριο του 1998», γράφει στην εισαγωγή του ο Κ.Μπακούρης, «αναλαμβάνοντας την ευθύνη της διοργάνωσης του μαραθωνίου Αθήνα 2004, ξεκίνησα κυριολεκτικά από το τίποτα. Δεν διέθετα ούτε γραφεία ούτε προσωπικό ούτε κονδύλια, το νομικό πλαίσιο δεν ήταν έτοιμο, για υποδομές και οργανογράμματα ας μην μιλάμε. Δεν υπήρχαν καν η γνώση και η εκπαίδευση που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Ήταν μία πρωτόγνωρη και γιγάντια πρόκληση σε ένα παρθένο τοπίο. Στις 4 Ιουλίου 2000 παρέδωσα στην νέα διοίκηση μία άρτια οργανωτική δομή. Στελεχωνόταν από ένα καλά εκπαιδευμένο και αφοσιωμένο προσωπικό. Διέθετε καθορισμένους στόχους, χρονοδιαγράμματα και προτεραιότητες. Μία οργάνωση υψηλού φρονήματος και απόδοσης. Θεμελιώδη κεφάλαια, όπως το Broadcasting (η τηλεοπτική κάλυψη των Αγώνων) και η Φιλοξενία, είχαν κλείσει. Το θεσμικό πλαίσιο είχε τροποποιηθεί ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες. Η ψυχοφθόρα διαδικασία ωρίμανσης των ολυμπιακών έργων είχε ουσιαστικά τελειώσει. Σε όλους τους άλλου τομείς προετοιμασίας είχαν μπει γερά θεμέλια. Είχε γίνει δουλειά βάθους και ουσίας».
Μία δουλειά η οποία, αποτυπωμένη σε αριθμούς, προκαλεί ίλιγγο –τουλάχιστον σε αυτούς που καταλαβαίνουν την πραγματικότητα. Διότι, στους κόρφους του Κώστα Μπακούρη υπήρχαν, τότε, και οι άλλοι. Οι άνθρωποι του ζόφου και της καμαρίλας, που δεν καταλαβαίνουν τίποτε περισσότερο από την δυσωδία του κόσμου στον οποίο ζουν.
Μερικοί ενδεικτικοί αριθμοί (με βάση τους Αγώνες του Σύδνεϋ) εικονογραφούν το μέγεθος του εγχειρήματος.
Η όλη διαχείριση έργου απαιτεί την μηνιαία παρακολούθηση 25.000 δραστηριοτήτων και συνεπάγεται 3.500 έμμισθους, 60.000 υπεργολάβους και 50.000 εθελοντές. Η Φιλοξενία απαιτεί 24.000 δωμάτια για την Ολυμπιακή Οικογένεια, 15.000 κρεβάτια στα ολυμπιακά χωριά για τους αθλητές, 6.000 κρεβάτια για τα ΜΜΕ και 1.200 κρεβάτια για κριτές και συνοδούς. Αυτό μεταφράζεται σε 20.000 σεντόνια, 70.000 πετσέτες, 60.000 τόνους απορριμμάτων σε καθημερινή βάση και συνολικά 2 εκατομμύρια γεύματα αθλητών και προσωπικού ομάδων. Για τις μεταφορές χρειάζονται 4.000 οχήματα, 3.500 λεωφορεία και 25.000 οδηγοί. Οι διαπιστεύσεις φθάνουν τις 200.000. Το νομικό μέρος περιλαμβάνει 50.000 συμβάσεις. Σε τεχνολογικό επίπεδο απαιτούνται 35.000 σελίδες Ίντερνετ, 700 εφαρμογές multimedia, 10.000 συσκευές ασύρματης επικοινωνίας αι 5.000 κινητά. Το Broadcasting απαιτεί 800 κάμερες για 3.500 ώρες τηλεοπτικής κάλυψης. Και πάει λέγοντας. ένα εγχείρημα τιτάνιο –όχι όμως ακατόρθωτο.
Τότε, λοιπόν, ο συγγραφέας του βιβλίου έπρεπε να τα καταφέρει και να καταστήσει το εγχείρημα επιτυχημένο. Γι αυτό και έθεσε εξ αρχής υψηλούς στόχους, χωρίς όμως αυταπάτες για το μέγεθος των δυσκολιών.
«Εκείνο που δεν μπορούσα εκ των πραγμάτων να ξέρω ή να προβλέψω ήταν οι ιδιόμορφες τριβές και αντιστάσεις αυτού που κοινώς αποκαλείται ελληνική πραγματικότητα. Οι μικροπρέπειες, ο αλληλοφαγωμός συμφερόντων, οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες, τα προσωπικά παιχνίδια και οι φιλοδοξίες, το κλίμα ασυνεννοησίας και η έλλειψη συντονισμού έβαζαν συνεχώς προσκόμματα στην λειτουργία της Επιτροπής και δυσκόλευαν την παραγωγή έργου. Παρόμοιες δυσκολίες δεν αντιμετώπισαν οι οργανωτικές επιτροπές του Σύδνεϋ ή της Βαρκελώνης –ούτε καν της Ατλάντα, που είχε πολλά αλλά διαφορετικά από τα δικά μας προβλήματα συνεργασίας. Στην πορεία των δυόμισι χρόνων της θητείας μου, άκουσα ουκ ολίγες φορές να με κατηγορούν ότι είμαι άσχετος με την ελληνική πραγματικότητα. Τους απαντούσα ότι βίωσα κι έμαθα αυτή την περιβόητη ελληνική πραγματικότητα, αλλά συνειδητά αρνούμαι να ταυτιστώ μαζί της. Δεν εζήλωσα ρόλο παράγοντα ή πολιτικού. Είχα κληθεί ως τεχνοκράτης για να αναλάβω ένα γιγάντιο “τεχνικό” εγχείρημα. Σκοπός μου ήταν να δημιουργήσω ένα πρότυπο αποτελεσματικής διοίκησης, χρηστής διαχείρισης και αποδοτικής συνεργασίας το οποίο να αποτελούσε μέρος της κληρονομιάς που θα έμενε μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Κατά την διάρκεια της θητείας μου απέκτησα αναγκαστικά γερό στομάχι. Αλλά παρέμεινα με καθαρή συνείδηση», γράφει ο Κώστας Μπακούρης.
Μέσα από τις σελίδες του περιεκτικού του βιβλίου μπορεί να καταλάβει κανείς ποιο είναι το δράμα της χώρας αυτής και πόσο υψηλό κόστος έχει. Υπό αυτή την έννοια, γι αυτόν που βλέπει σήμερα τα κουφάρια των ολυμπιακών έργων, προβάλλει ανάγλυφη η εικόνα μιας χώρας που, ενώ μπορεί, απλώς δεν θέλει. Μπορεί κάτι να αλλάξει; Ο συγγραφέας είναι μάλλον αισιόδοξος.
«Αναλάβαμε ανέγνοιαστα ένα εγχείρημα που θα έφερνε την Ελλάδα στο προσκήνιο της υφηλίου, με στόχο να δείξουμε τί μπορούμε να κάνουμε αλλά και να σηματοδοτήσουμε πόσο μακριά μπορούμε να πάμε. Ο Αύγουστος του 2004 θα ήταν το αποκορύφωμα μιας προσπάθειας και ταυτόχρονα η αφετηρία μιας νέας ανοδικής πορείας! Η διοργάνωση των Αγώνων δικαίωσε την Ελλάδα. Η συνέχεια διέψευσε τους Έλληνες. Μια συνέχεια που είναι σε όλους μας πολύ γνωστή, πολύ οδυνηρή. Αλλά το στοίχημα με το μέλλον μας δεν έχει ακυρωθεί, με την έννοια ότι από εμάς εξαρτάται να το ξαναβάλουμε και να το κερδίσουμε. Στον μαραθώνιο των εθνών και των ηπείρων, όλοι οι λαοί έχουν το δικό τους μερίδιο σε νίκες και σε ήττες. Η Ολυμπιάδα 2004 είναι το ανεξίτηλο σύμβολο μιας αγωνιστικής προσπάθειας που εγκαταλείφθηκε μεσοστρατίς. Μπορούμε, ωστόσο, αν θέλουμε, να την δούμε και ως σύμβολο μιας εθνικής πρόκλησης που παραμένει ανοιχτή», γράφει ο Κώστας Μπακούρης.
Μακάρι να έχει δίκιο.





