του Λεωνίδα Κόσκου
Η θεσμική διαφθορά συνίσταται στην υπέρμετρη σώρευση αρμοδιοτήτων και εξουσίας σε ένα πρόσωπο ή αξίωμα και την άσκηση της εξουσίας άνευ ορίων ή αντιβάρων ή λογοδοσίας. Και μάλιστα για σκοπούς ξένους προς τον σκοπό για τον οποίο θεσμοθετήθηκε το αξίωμα και θεσπίστηκε η περιγραφή καθηκόντων του.
Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση για το πελατειακό κράτος, τα ρουσφέτια και την διαφθορά επαναφέρει το πολυσυζητημένο αίτημα για αλλαγή του ελληνικού «παραγωγικού μοντέλου», καθώς και καίρια ερωτήματα για τον ρόλο του κράτους και τη σχέση του με την κοινωνία, ιδίως δε με την οικονομική δραστηριότητα. Έχω υποστηρίξει ήδη από το 1984 ότι ο γενετικός κώδικας του ελληνικού κράτους, της νεοελληνικής κοινωνίας και της οικονομικής συμπεριφοράς διαμορφώθηκε μεταξύ των ετών 1824 και 1827, πριν ακόμη αναγνωριστεί η Ελλάδα ως κράτος. Περιεχόμενο του δημόσιου Ταμείου δεν ήταν το προϊόν παραγωγικών δραστηριοτήτων εντός της επαναστατημένης περιοχής αλλά τα ξένα δάνεια.
H διακυβέρνηση του εδάφους είχε ως κύριο καθήκον τη διανομή των διαθεσίμων πόρων στους ενόπλους ατάκτους που κατά περίπτωση υποστήριζαν τον νικητή των διαδοχικών εμφυλίων συρράξεων. Χώρος για παραγωγικές δραστηριότητες που σωρεύουν πλούτο, όπως το επιχειρείν, δεν υπήρχε. H γη ως κεφαλαιουχικό αγαθό δεν ήταν διαθέσιμη όπως και η θεσμική κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας ως δυναμικού παραγωγικού δικαιώματος. (Ακόμη και σήμερα ταλαιπωρείται η χώρα από την δυσλειτουργία του Κτηματολογίου και τα πρόστιμα που πληρώνει στην Ε.Ε.). Η οικονομία λειτουργούσε με δάνεια χρήματα και η μόνη δραστηριότητα ήταν η παροχή ενόπλων υπηρεσιών με πληρωτή τον κάτοχο της εξουσίας.
Η κοινωνία διαμορφώθηκε ως προσοδοθηρική και η οικονομία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του οθωμανικού ληστρικού προτύπου.Η διακυβέρνηση ταυτίστηκε με τη μονοπωλιακή διανομή των δανείων χρημάτων, ενώ η εξουσία εγγράφηκε ως τρόπαιο βίαιης διαδικασίας για την κατάληψη του δημόσιου Ταμείου. Το τελευταίο αντιμετωπίστηκε ως λάφυρο, ταυτισμένο με τον «λουφέ», το μισθολόγιο των ενόπλων (επιβίωση της λέξης στο ρήμα λουφάρω-αποφεύγω την εκτέλεση των καθηκόντων μου και παρασιτώ). Έτσι, το κράτος και η πολιτική τάξη αναδύθηκαν ως αναγκαίοι διαμεσολαβητές μεταξύ της «προσοδότριας Δύσης» (Πρεβελάκης, ΝΕΑ 11.4.2026 σελ.26) και του πολίτη, ενώ το δημόσιο ταμείο συγχέεται με το ιδιωτικό και αντιστρόφως.
Η ελληνική κοινωνία, αντί να εξελιχθεί σε επιχειρούσα (για την επιχειρούσα κοινωνία ιδέ Λ. Κόσκο, Εστία 16 /5/2016 σελίδα 2, και Παπανδρόπουλο Χρηστίδη, ομότιτλο βιβλίο, εκδόσεις Παπαζήση), κλήθηκε να θέσει χαμηλά στις προτεραιότητές της τη σώρευση κεφαλαίου, την αριστεία, την καινοτομία και τον υγιή ανταγωνισμό. Αντιστοίχως η πολιτική τάξη έδωσε προτεραιότητα στη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και εξουσιών που εξασφαλίζουν προνομιακή πρόσβαση στο Ταμείο που της επιτρέπει να διανέμει προσόδους στον πολίτη. Το κράτος εξελίσσεται σε μηχανισμό διανομής εξωτερικών πόρων, με ιδιαίτερα ανακλαστικά και συμπεριφορές που παραμένουν ανθεκτικές ακόμη και σήμερα, παρότι τα δημόσια έσοδα προέρχονται κυρίως από τη φορολογία. Οι υπηρεσίες του κράτους δεν προσλαμβάνονται ως ανταπόδοση, αλλά ως παροχή πατερναλιστικού μηχανισμού που μειώνει συνεχώς τα περιθώρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ελευυθερίας του ατόμου. Ο επιχειρηματίας εξελίσσεται σε «ραντιέρη» (Α.Γ. Παπανδρέου). Η κοινωνία εξελίσσεται σε απαθή προσοδολήπτρια.
Το κράτος και οι λειτουργοί του αποκτούν αμφίσημους ρόλους: αφενός του αναγκαίου εγγυητή των όρων του δανείου, αφετέρου δε του αναγκαίου διανομέα του δανείου ως προσόδου. Η αμφισημία δηλώνει σύγκρουση καθηκόντων και πεδίων αναφοράς και λογοδοσίας. Η εκτελεστική εξουσία ως διαχειριστής καλείται να λογοδοτήσει πρωτίστως στους δανειστές. Ο βουλευτής, στον οποίο ανατίθεται κατά κανόνα ο ρόλος του τελευταίου κρίκου στην αλυσίδα διανομής προσόδου, καλείται αντιθέτως να λογοδοτήσει στο εκλογικό σώμα. Και μάλιστα για αποφάσεις στην διαμόρφωση των οποίων δεν συμμετέχει. H αμφισημία εξηγεί τον πρόσφατο εμφύλιο κυβερνητικών στελεχών με βουλευτές.
Επιχειρηματικότητα και κράτος εξελίσσονται ως παράλληλοι αλληλεπιδρώντες βίοι: Η πρώτη, κρατικοδίαιτη ή μη, σε σχηματισμούς μονοπωλίων, μονοψωνίων, ολιγοπωλίων και ατελών καρτέλ. Το δεύτερο σε μονοπώλιο πρωτοβουλίας που διεκδικεί ζωτικό χώρο από την κοινωνία των πολιτών και την αδρανοποιεί. Και από τα δύο απουσιάζει το πνεύμα ανταγωνισμού, αυτοβελτίωσης, καινοτομίας, μεταρρύθμισης, δημιουργικής καταστροφής. Και τα δύο μαστίζονται από αλληλοτροφοδοτούμενη συμπίεση της παραγωγικότητας στο ναδίρ. Και τα δύο κείνται μακριά από το δυτικό παράδειγμα ανάπτυξης.
Διακόσια χρόνια μετά ο ίδιος γενετικός κώδικας παραμένει ενεργός. Η κοινωνία εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους προσδοκίας προσόδου, ενώ η διακυβέρνηση με όρους διανομής προσόδου. Η λογική αυτή φωτίζει τη διαχείριση της αμερικανικής βοήθειας υπό το βλέμμα των new dealers της αμερικανικής αποστολής τις δεκαετίες του 40 και του 50.
Ομοίως και το άρθρο 106 του Συντάγματος που κατοχυρώνει τον κεντρικό προγραμματισμό της οικονομίας, επιτρέποντας σε κρατικούς λειτουργούς να διαφθείρονται απολύτως ως αφανείς εταίροι σε επιχειρήσεις και επενδύσεις. Ομοίως τον αντιπαραγωγικό διασκορπισμό πόρων της ΚΑΠ και των μεσογειακών προγραμμάτων, την λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ, την επιδοματική πολιτική της τελευταίας εξαετίας, καθώς και την αποτυχία επανειλημμένων μέχρι σήμερα προσπαθειών εκδυτικισμού του παραγωγικού μοντέλου.
Εξηγεί αλλά δεν δικαιολογεί την επιφυλακτικότητα του ελληνικού κράτους απέναντι στην ελεύθερη αλλά και την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, καθώς και την τάση του να την χειραγωγήσει δια της συναλλαγής. Φωτίζει επίσης το παράδοξο να βαδίζει η χώρα προς την ένταξη στην ΕΟΚ και τον εκδυτικισμό της οικονομίας και να κρατικοποιούνται (1976) οι επιχειρήσεις του Στρατή Ανδρεάδη, επιχειρηματία πρωτοπόρου με τα δυτικά πρότυπα, που ανέδειξε την αξία της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας, της καινοτομίας και της εξωστρέφειας στις υπηρεσίες και την μεταποίηση.
Η ίδια ερμηνευτική γραμμή επιτρέπει να κατανοηθεί η διαρκής ένταση με την ευρωπαϊκή εισαγγελία και την Commission, καθώς και η έντονη σύσταση της τελευταίας να ανατεθεί το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης σε πρόσωπο εκ της σαρκός του Οικοσυστήματος Berlaymont. Ο μέσος Ευρωπαίος δυσκολεύεται να κατανοήσει την σύγκρουση ανάμεσα στο γράμμα του θεσμικού πλαισίου, διατυπωμένο με τη γλώσσα της Δύσης, και το πνεύμα ενός υπογείου ρεύματος που οδηγεί την οικονομία, την κοινωνία και το κράτος σε αντίθετη κατεύθυνση. Προς την Ανατολή, την θεσμική διαφθορά, την πατρωνία, την αυθαιρεσία. Αδυνατεί εξάλλου να κατανοήσει το φαινόμενο πολιτικών που, ενώ έχουν εκπαιδευτεί στη Δύση, επιστρέφοντας υιοθετούν πρότυπα διακυβέρνησης προνεωτερικού (οθωμανικού) χαρακτήρα. Επομένως απαιτεί έγκυρο «δραγουμάνο».
Όσο το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί ως μηχανισμός διανομής προσόδου και όχι ως εγγυητής θεσμών, κανόνων και ίσων όρων παραγωγικής δραστηριότητας, η θεσμική διαφθορά θα αναπαράγεται ακόμη και όταν περιορίζονται επιμέρους φαινόμενα χρηματισμού. Η χώρα θα συνεχίσει να κινείται εντός θεσμικού πλαισίου τυπικώς δυτικού, αλλά με πραγματική λειτουργία προνεωτερική, αναπαράγοντας διαρκώς την ίδια κρίση παραγωγικότητας, εμπιστοσύνης και ανάπτυξης. Η δυσαρμονία μεταξύ ελληνικού και δυτικού παραγωγικού μοντέλου και μεταξύ οικονομίας και θεσμικού πλαισίου δεν είναι απλώς νομικού ή διοικητικού χαρακτήρα. Είναι βαθύτατα πολιτισμική, οικονομική και πολιτική. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο νοείται η άσκηση εξουσίας, η επιχειρηματική δραστηριότητα, η παραγωγή πλούτου, η κοινωνική ανέλιξη και η ίδια η σχέση του πολίτη με το κράτος
Ως εκ τούτου είναι αναγκαία η ριζική μεταρρύθμιση του παραγωγικού μοντέλου που θα πραγματοποιηθεί με την μεταβολή του υποδείγματος οργάνωσης της οικονομίας και της πολιτικής εξουσίας. Με την μετάβαση από την παρασιτική οικονομία στην οικονομία της παραγωγής, από την προσοδοθήρα κοινωνία στην επιχειρούσα, από την πατρωνία στην λογοδοσία, από την κρατική διαμεσολάβηση στην θεσμικά κατοχυρωμένη αυτονομία της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας.
Η ριζική μεταρρύθμιση ή η μετάβαση προς αυτή πρέπει να αποτελέσουν τον πυρήνα και τον οδηγό της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης.





