του Παντελή Οικονόμου
Παραλάβαμε λοιπόν τελεσίγραφο από την Άγκυρα. Από τον Πρόεδρο μέχρι τον επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της, αξίωσαν να αποδεχθούμε ένα πλαίσιο σχέσεων μας, όπως το ορίζει η ίδια, πέρα και έξω από την διεθνή νομιμότητα, αλλιώς θα οδηγηθούμε σε σύρραξη. «Μπορείτε να έχετε κυριαρχία και να ασκείτε κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά μόνον όσα, όποια και εφ’ όσον τα εγκρίνουμε εμείς», υπήρξε το περιεχόμενο του τελεσιγράφου. Με την απειλή ότι αν δεν δεχτούμε την Φινλαδοποίηση μας θα χάσουμε πολύ περισσότερα.
Η ελληνική απάντηση
Στο τελεσίγραφο αυτό η μια και μόνη διαθέσιμη απάντησή μας είναι: «Αφήστε τις απειλές πριν το τρέχον κόστος τους ξεπεράσει κατά πολύ κάθε προσδοκώμενο όφελος σας». Η επίδοση της απάντησής μας αυτής πρέπει να είναι όσο πιο καθαρή γίνεται ώστε κανένας (πριν από όλους εμείς οι ίδιοι) να μην μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε. Η απόρριψη του τελεσιγράφου λοιπόν δεν αρκεί να επιδοθεί ρηματικά. Πρέπει να υποστηριχθεί έμπρακτα ώστε να γίνουν αισθητές οι συνέπειές της. Πρώτη συνέπεια η μετακίνηση του Πρωθυπουργού μας από τα «ήρεμα νερά» στο στέρεο έδαφος της μαχητικής συνύπαρξης μας με την γείτονα. Διμερείς συνομιλίες σε πολιτικό επίπεδο μπορούν να επαναληφθούν μόνο μετά την απόσυρση κάθε εις βάρος μας απειλής, παλιάς ή νέας.
Για να είναι αξιόπιστη η απόρριψη του τελεσίγραφου χρειάζονται πολλά ακόμα, με σημαντικότατο ανάμεσά τους την σφυρηλάτηση, παλλαϊκής ει δυνατόν, ενότητας. Υποχρέωση της όποιας ελληνικής κυβέρνησης, νυν ή επόμενης, με συνέπεια της την αποχή από ψηφοθηρική εκμετάλλευση της πολιτικής εθνικής ασφάλειας: από την προπαγάνδα για επιτυχίες, υπαρκτές ή ανύπαρκτες, μέχρι την συλλογή πληροφοριών για εκβιασμό αντιπάλων του εξουσιαστικού μας κατεστημένου. Για να συνταχθεί εσωτερικό μέτωπο χρειαζόμαστε κυβέρνηση που τιμωρεί τις παγιδεύσεις τηλεφώνων αντιπάλων της και όχι κυβέρνηση που τις κουκουλώνει.
Ας δουλέψουμε εμείς τώρα για να δουλέψει ο χρόνος για μας
Πράγματι, συλλέγουμε πληροφορίες με μόνο σκοπό την διαρκή εκτίμηση και επανεκτίμηση της «μεγάλης εικόνας», μιας και η σχέση μας με την γείτονα δεν είναι «παιχνίδι για δυο». Αλλά μια διαφορετική πολιτική ασφάλειας, πέρα από αξιόπιστες πληροφορίες και εύστοχες εκτιμήσεις, επιβάλλει, αναπόφευκτα, νέα μέσα για την άσκησή της. Υπαγορεύει την ανάγκη διαρκούς επεξεργασίας διπλωματικών πρωτοβουλιών, συμμαχικών σχέσεων και εξοπλιστικών προγραμμάτων, ώστε να προχωρήσουμε σε διορθώσεις, προσαρμογές, διευρύνσεις και τελειοποιήσεις όσων διαθέτουμε.
Στον βωμό της -σε αποδρομή, ας ελπίσουμε- αυταπάτης των «ήρεμων νερών», θυσιάσαμε πολύτιμο κεφάλαιο (οικονομικό και πολιτικό), αλλά και πολύ χρόνο. Βρισκόμαστε στο «και πέντε» και, είναι πια επείγον, η δήλωση πρόθεσης αλλαγής πολιτικής να ενορχηστρώνεται από μέσα εφαρμογής της. Η κυβέρνηση οφείλει να ενεργοποιήσει τις κρατικές υπηρεσίες για την επεξεργασία των μέσων αυτών. Μιλάμε για συγκεκριμένες ανταποδόσεις στις προκλήσεις της γειτονικής μας χώρας, ευέλικτες και μη, άμεσες και έμμεσες, πάντως νέες. Είναι η ώρα, η άλλη πλευρά να συνειδητοποιήσει ότι δεν ξέρει τι να περιμένει στην επόμενη παραβίαση του εναέριου χώρου μας, των χωρικών μας υδάτων ή της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης μας. Ακόμα περισσότερο, να μην γνωρίζει ποιες πρόκειται να είναι οι δικές μας πρωτοβουλίες, πέρα από τις απαντήσεις στις δικές της προκλήσεις.
Η Τουρκία, πριν από όλα βέβαια, δεν μπορεί να παραβλέπει ότι το σημείο κλειδί στις σχέσεις μας είναι πάντα η επανένωση της Κύπρου. Χωρίς την οποία δεν μπορεί «να κλείσει η πόρτα του φρενοκομείου» όπως είχε ονοματίσει ο Γεώργιος Παπανδρέου πριν από πολλές δεκαετίες την πρόθεση μας να μην την ανοίξουμε, αλλά να την διαβούμε αν την ανοίξει η Άγκυρα.





