«Η καινοτομία και η κοινωνική διαδικασία, στο μέτρο που συνεχώς εξελίσσονται, αλλάζουν –και βέβαια αλλάζουν την εταιρία, τις οικονομίες, τους κλάδους, τον κόσμο και την οικονομία του, αλλά και την οικονομική θεωρία, η οποία εκ των υστέρων προσπαθεί να εξηγήσει τί συνέβη και γιατί. Η καινοτομία κτυπά καθημερινά την πόρτα μας και το βάρος της γίνεται όλο και πιο αισθητό στις ζωές μας. Στο μεταξύ, όμως, κάθε πτυχή στην κλίμακα της καινοτομίας άλλαξε, συμπεριλαμβανομένων τόσο των συντελεστών όσο και αυτών των ίδιων των διαδικασιών. Έτσι, ως αντίληψη, η καινοτομία διευρύνθηκε, άνοιξε περισσότερο και είναι ευκολότερα προσβάσιμη», γράφει ο συγγραφέας.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι ο συγγραφέας δίνει επίσης ειδικό βάρος και στην διάδοση της καινοτομίας, διότι η όποια υστέρηση στο επίπεδο αυτό ακυρώνει τα περισσότερα από τα πλεονεκτήματα της καινοτομίας. Υπό αυτή την έννοια, υποστηρίζει ότι η διάδοση είναι αυτό που προσδιορίζει το ποσοστό οικονομικής μεγέθυνσης και την αύξηση της παραγωγικότητας. Έτσι, στο μέλλον, η διάδοση και η διάχυση θα είναι αυτές που θα προσελκύουν την έρευνα. Συνεπώς, θα αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος το δίκτυο μεταφοράς καινοτομίας, το ίδιο δε θα ισχύει και για την καινοτομική διαδικασία. Η τελευταία θα αποκτά ξεχωριστή σημασία στην στρατηγική καινοτομίας της εταιρείας, σε άμεση βεβαίως συνάρτηση με τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείται.
Περιττόν να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο των παραπάνω εξελίξεων, θα εντείνεται στις παγκόσμιες αγορές ο αποκαλούμενος «καινοτομικός ανταγωνισμός», με την «βιομηχανική και τεχνολογική κατασκοπεία» να παίζει πλέον ειδικό ρόλο όλο και περισσότερο.
Βέβαια, είναι αυτονόητο ότι παρόμοιες τάσεις απαιτούν από τις επιχειρήσεις όχι μόνον ευελιξία και ταχύτητα στις λήψεις αποφάσεων, αλλά και καλά δομημένες υπηρεσίες Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D).
Εντυπωσιακό στο βιβλίο είναι και το κεφάλαιο που αφιερώνει ο συγγραφέας στην Πολιτική Καινοτομίας, την οποία θα έπρεπε να ασκεί ένα κράτος αν όντως θέλει να έχει ανάπτυξη, εισοδηματική άνοδο και νέες θέσεις εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Νίκος Βερναρδάκης προτείνει την δημιουργία ενός Εθνικού Συστήματος Καινοτομίας (ΕΣΚ), στο οποίο θα υπάγονται ερευνητικά κέντρα, οργανισμοί έρευνας και ανάπτυξης, αλλά και επιχειρήσεις.
Έτσι, το όλο πλέγμα μπορεί να γίνει ένα «οικοσύστημα» το οποίο θα γεννά, θα διαχέει και θα εμπορευματοποιεί την καινοτομία. Την ίδια στιγμή, ο παραγωγικός τομέας του «οικοσυστήματος» θα μπορούσε να γίνει διεθνώς ανταγωνιστικός και να αντιμετωπίζει κινδύνους που ελλοχεύουν στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Ασφαλώς δε, όσο αποτελεσματικότερο θα μπορεί να είναι αυτό το «οικοσύστημα», τόσο περισσότερα κέρδη θα έχει, ικανά να το συντηρούν και να τού επιτρέπουν να αξιοποιεί ευκαιρίες που παρουσιάζονται.
Περιττόν να τονιστεί ότι παρόμοια συστήματα οικοδομούνται με αμιγώς αξιοκρατικά και επιστημονικά κριτήρια και μακρυά από διαπλοκές και άλλες πελατειακές σχέσεις.
Ταυτοχρόνως καίριες είναι και οι αλλαγές στην οικονομική θεωρία, η οποία, ενώ κάποτε είχε βάλει στο περιθώριο τον ρόλο της καινοτομίας και της τεχνολογίας, σήμερα θα πρέπει να τις φέρει στο επίκεντρο του θεωρητικού οικοδομήματος. Διότι, κατά τον συγγραφέα, μέσα από την καινοτομία αλλάζει ριζικά και ο κόσμος μας, ενώ παράλληλα μετασχηματίζονται και οι οικονομικές σχέσεις.
Κατά τον Νίκο Βερναρδάκη, ο κόσμος είναι ατελής και αυτό είναι κάτι που σίγουρα λέει πολλά στις μέρες μας. Ιδιαίτερα δε αν λάβουμε υπ’ όψη μας με ποια ταχύτητα παράγονται πλέον οι γνώσεις, ποια πεδία καλύπτουν και ποιες συνθήκες δημιουργούν σε κοινωνικούς ιστούς που είχαν παραδοθεί στην ακινησία άλλων εποχών.
*Ο Νίκος Βερναρδάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών. Υπήρξε Οικονομικός Σύμβουλος στα επιτελικά γραφεία της Mobil Oil και της W.R.Grace στη Νέα Υόρκη ενώ διετέλεσε στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF), Washington, D.C.






