Τα Δημοσιονομικά και η Μακροοικονομική Λογιστική είναι ιδιαίτερης σημασίας κλάδοι της Θεωρίας Οικονομικής Πολιτικής, για όσους καταπιάνονται με την Οικονομία αλλά και τις Πολιτικές Επιστήμες. Στην Ελλάδα των μνημονίων λιτότητας δεν μπορεί κανείς να αναλύει, να δημοσιολογεί, ακόμα και να συζητάει με φίλους, αν δεν κατέχει τα βασικά γύρω από το πώς δουλεύει το δημόσιο χρέος, οι αγορές, το τραπεζικό σύστημα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι υπερεθνικοί μηχανισμοί διάσωσης (EFSF,ESM,IMF). Αν δεν κατέχει δηλαδή την οικονομική μετα-γλώσσα.
Ο Βενιζέλος αναφέρεται στο «μεγάλο πρωθύστερο». Προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω τί εννοεί με αυτό, χωρίς να χρησιμοποιήσω μεγέθη και αριθμούς. Αναφέρεται προφανώς στο ότι η κυβέρνηση συμφώνησε ήδη σε πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για δεκαετίες ολόκληρες. Μια μόνιμη αιμορραγία δηλαδή. Και τι συμβαίνει όταν οι πολίτες της χώρας ματώνουν να πληρώνουν φόρους και εισφορές; Περιορίζουν τις δαπάνες τους για κατανάλωση και συνεπώς δεν αυξάνεται ο πλούτος και το εισόδημα τους. Άρα η συμφωνία για τα πλεονάσματα γίνεται μπούμεραγκ και αντιαναπτυξιακή. Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα. Και επειδή αυτό το ξέρει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης προτάσσει μια νεοταξική θεωρία περί αντίμετρων (επιδόματα, ελαφρύνσεις, παροχές) ενδυόμενη τον σοσιαλιστικό μανδύα. Μόνο που αυτά τα αντίμετρα θα εφαρμοστούν αν, και μόνο αν υπερβούμε τον εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο στα πρωτογενή πλεονάσματα.
Η γλώσσα του Βενιζέλου μοιάζει για πολλούς ακατανόητη: επαναπροσδιορισμός προτεραιοτήτων για το ζητούμενο της ρύθμισης του χρέους, εξομάλυνση της καμπύλης των τόκων, συνδυασμός παραμετρικών επεμβάσεων, λογιστική σώρευση χρεολυσίων, μεσοσταθμική διάρκεια κυμαινόμενου επιτοκίου, κ.α. Για έναν οικονομολόγο που σπούδασε οικονομική πολιτική αυτά γίνονται κατανοητά. Για τους λοιπούς, μάλλον όχι (ακόμη και για οικονομολόγους, εννοείται).
Η απορία μου λοιπόν είναι αν αντέχει η ελληνική κοινωνία αυτή την επιστημονική προσέγγιση της πραγματικότητας, αυτή την μετα-γλώσσα της κρίσιμης κατάστασης, αυτόν τον τεχνοκρατικό λόγο. Μπορούν οι πολίτες να αντλούν συμπεράσματα ακούγοντας έναν πολιτικό που τόσο πολύ συνδέεται με το παλιό πολιτικό σύστημα; Έναν συνταγματολόγο που κάθισε και διάβασε, διδάχθηκε τα δημόσια οικονομικά, ώστε σαν υπουργός οικονομικών να αναλάβει την ευθύνη για το κούρεμα του χρέους το 2012 και για το PSI; Χωρίς να ξέρουμε καν τα οφέλη του τότε εγχειρήματος, με υπεραπλουστεύσεις όπως «πυροβολήσαμε τα πόδια μας τότε, κουρεύοντας ομόλογα των τραπεζών και των ταμείων μας», νομίζουμε ότι γίναμε ειδικοί, ότι κατέχουμε την πραγματικότητα. Έτσι απλά, επειδή αυτός που μετείχε των γεγονότων τότε και μας τα περιγράφει σήμερα με τεχνοκρατικούς όρους, είναι «αντιπαθής», είναι το «παλιό καθεστώς», είναι ο πολιτικός του «ξύλινου λόγου».
Και όμως, αυτή η υπεραπλούστευση κοστίζει πολύ. Αυτή η οπτική είναι που εγκαθίδρυσε στην ελληνική πραγματικότητα τον λαϊκισμό, την δημαγωγία, το ψέμα, τις πλαστές υποσχέσεις, την σωτηριολογία και τον μεσσιανισμό.
Στο πρόσωπο του Βενιζέλου απεικονίζεται η σύγχυση της νεοελληνικής κοινωνίας: κάποιοι λίγοι, με εξειδικευμένη ακοή, γνωρίζουν, κρίνουν, συγκρίνουν, ασκούν κριτική με λογικά επιστημονικά επιχειρήματα. Και οι πολλοί, ενημερώνονται και πληροφορούνται από τους πομπούς της υπεραπλούστευσης, από τους δημοσιολογούντες σε διαδίκτυο και ΜΜΕ που σπέρνουν παραπληροφόρηση χρησιμοποιώντας πρόχειρα αλλά λογικοφανή συμπεράσματα, γενικεύσεις, ανόμοια παραδείγματα που υποκινούν το θυμικό των πολλών στο να κάνει εύκολους συνειρμούς, βγάζοντας αβίαστα συμπεράσματα, αληθοφανή πορίσματα, αδιάλλακτες θέσεις(σχεδόν δογματικές).
Δυστυχώς έτσι πορευόμαστε. Ενίοτε ως ημιμαθείς που προσκυνούν την επιστημοσύνη κάποιων και θρέφουν τις επιθυμίες τους και την ιδεολογία τους, και ενίοτε ως αμαθείς
Η νεοελληνική κοινωνία μάλλον θα σέρνεται για πολλά χρόνια, ίσως και για πολλές γενιές ακόμη, στις ράγες του απροσδιόριστού, του υποκειμενικού, στην επιφάνεια της εντύπωσης και όχι στο βάθος της ουσίας.





