του
Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Για την Ελλάδα και το μέλλον της για πολλά χρόνια στον 21ο αιώνα, η παρούσα δικομματική κυβέρνηση είναι ίσως η πιο κρίσιμη της ιστορίας –που ήδη έχει αρχίσει να γράφεται για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), την ευρωζώνη και τις χώρες μέλη που τις συνθέτουν.
Υπό αυτή την έννοια, ο μεγαλύτερος εχθρός της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου δεν είναι τόσον η αξιωματική αντιπολίτευση, όσον οι εκτός και εντός Ευρώπης παράγοντες που επιθυμούν την διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, γνωρίζοντας πολύ καλά ποια είναι τα τρωτά σημεία του. Παράγοντες ύπουλοι, διαβρωτικοί και κυριολεκτικά αδίστακτοι σε όλα τα επίπεδα. Μεγάλος δε σύμμαχός τους είναι τα λάθη της Ευρώπης και των ηγετών της, με τους τελευταίους να ενδίδουν σε στείρους εθνικισμούς αντί να προωθούν με θέρμη και αποφασιστικότητα το όραμα μιας Ευρώπης του 21ου αιώνα. Μία Ευρώπη η οποία προσεβλήθη από τον ελληνικό ιό και σήμερα πρέπει να ξεπεράσει τις βαρύτατες παρενέργειές του.
Βασική όμως προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι η Ελλάδα να σεβαστεί και να τηρήσει επιτέλους τις δεσμεύσεις της απέναντι στην Ένωση της οποίας είναι μέλος. Η δε τήρηση των δεσμεύσεων αυτών σηματοδοτεί για την χώρα μας μία σειρά βαθύτατων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες έπρεπε να είχαν δρομολογηθεί από το 1979, χρονιά που επισήμως υπογράψαμε την ένταξή μας στην τότε ΕΟΚ.
Οι μεταρρυθμίσεις στις οποίες αναφερόμαστε υπακούουν σε ένα θεμελιώδες κριτήριο: στην προσαρμογή μας στο κοινοτικό κεκτημένο και στην τήρησή του. Αυτή είναι η σπουδαία μεταρρύθμιση για την χώρα μας. Μια χώρα που, για να μην καταρρεύσει, έχει δεχθεί έως τώρα από τους εταίρους της 245 δισεκατ. ευρώ δάνεια και στήριξη –ποσό που αποτελεί και παγκόσμιο ρεκόρ. Αν προσθέσουμε δε το «κούρεμα» του χρέους, τα βοηθήματα από το σύστημα Target-2 και τα δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το ποσόν φθάνει τα 400 δισεκατ. ευρώ, ήτοι δύο φορές το σημερινό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ελλάδας.
Ωστόσο, με δεδομένη την παρούσα δεινή συγκυρία, οι απλοχεριές αυτές τελειώνουν. Αν η σημερινή κυβέρνηση δεν πραγματοποιήσει έστω τις μισές από τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει, θα καταστεί αιτία της πλήρους και άτακτης χρεοκοπίας της χώρας.
Συνεπώς, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί και ο συνάδελφος Γρηγόρης Νικολόπουλος (Reporter.gr), κάποιες από τις τοποθετήσεις υπουργών μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιλογές «ειδικών αποστολών». Η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη –ο οποίος επί δεκαετίες μιλά για την ανάγκη συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα– στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης είναι «φωτισμένη». Αρκεί ο νέος υπουργός να αντέξει τις τρομερές αντιδράσεις που θα εκδηλωθούν από την πρώτη κιόλας στιγμή από τους συνδικαλιστές του Δημοσίου και να καταφέρει να πείσει τους υπόλοιπους συναδέλφους του υπουργούς να τον στηρίξουν στην προσπάθειά του να μειώσει το Δημόσιο. Αυτό είναι μέγα ζητούμενο για την σωτηρία της χώρας και από τα σχετικά αποτελέσματα θα κριθεί και η απέναντί της στάση των εταίρων-δανειστών της.
Όμως, ο εξορθολογισμός του Δημοσίου αποτελεί και αίτημα των επενδυτών, αν θέλουμε να τους φέρουμε και να τους κρατήσουμε. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η τοποθέτηση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στο Υποδομών και Μεταφορών είναι επίσης ενδιαφέρουσα. Κατ’ αρχήν, η παταγώδης αποτυχία του υπουργού Ανάπτυξης κ.Κωστή Χατζηδάκη (ίσως λόγω υπερβολικού μεγέθους του υπουργείου, που τώρα έσπασε στα δύο) ενδέχεται να εξισορροπηθεί από την τοποθέτηση του Χρυσοχοΐδη στο Υποδομών και Μεταφορών. Ο Χρυσοχοΐδης αναμένεται ότι θα καταφέρει να επιταχύνει τα δημόσια έργα, ίσως να απορροφήσει περισσότερα κονδύλια από το ΕΣΠΑ και ενδεχομένως να διαμορφώσει συνθήκες ανάπτυξης και στον κλάδο της οικοδομής. Σε κάθε περίπτωση θεωρείται –και ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του– «αναπτυξιακό υπουργό».
Ενδιαφέρον έχει επίσης η ανάπτυξη του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη στο υπουργείο Ναυτιλίας, ένα υπουργείο το οποίο γνωρίζει. Στόχος του νέου υπουργού θα είναι η ανάπτυξη του Πειραιά ως Home Port όσων περισσότερων ναυτιλιακών εταιρειών καταφέρει να προσελκύσει και αυτό είναι μία από τις πλέον ενδεδειγμένες πολιτικές που μπορεί να ακολουθήσει σήμερα η κυβέρνηση. Καθώς διαθέτει έναν ευχάριστο και όχι συγκρουσιακό χαρακτήρα, μπορεί να καταφέρει να βρει λύσεις και στα ζητήματα που σχετίζονται με την ακτοπλοΐα και τον τουρισμό, αλλά και με την μεγιστοποίηση του οφέλους της ελληνικής οικονομίας από τον ναυτιλιακό πλούτο.
Ο υπουργοί αυτοί θα κληθούν να προωθήσουν τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις που είναι η βάση της μελλοντικής ανάπτυξης και να επιλύσουν χρόνια αλλά και άμεσα προβλήματα τα οποία σχετίζονται με την οικονομική κρίση. Είναι επιλογές κατάλληλες γι αυτές τις συνθήκες, που είναι στενά δεμένες με την επιβίωση της χώρας.





