Edition: International | Greek

Αρχική » Ευρώπη

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΙΜΗΘΕΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΤΟΥ 1930;

Στις ΗΠΑ, η κρίση της δεκαετίας τού ’30 επέτρεψε στην χώρα να αποκτήσει ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, που μέχρι τότε τής έλειπε και να γίνει στην συνέχεια υπερδύναμη, ελέω Ευρώπης.

Από: EBR - Δημοσίευση: Δημοσίευση: Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

μέγεθος [–] [+]
Χωρίς να το διαλαλούν, οι ηγέτες της Ευρώπης αναγνωρίζουν ότι η ήπειρός μας θα ήταν μία οικονομική γη σπατάλης χωρίς το ενιαίο νόμισμά της. Παρά τις διάφορες αμπελοφιλοσοφικές θεωρήσεις που εκφράζονται από τους αντιπάλους της ευρωζώνης, το κόστος της μη ύπαρξης του ευρώ, με αφορμή την αμερικανική κρίση του 2007, θα ήταν αβάστακτο τα χρόνια που πέρασαν.
Χωρίς να το διαλαλούν, οι ηγέτες της Ευρώπης αναγνωρίζουν ότι η ήπειρός μας θα ήταν μία οικονομική γη σπατάλης χωρίς το ενιαίο νόμισμά της. Παρά τις διάφορες αμπελοφιλοσοφικές θεωρήσεις που εκφράζονται από τους αντιπάλους της ευρωζώνης, το κόστος της μη ύπαρξης του ευρώ, με αφορμή την αμερικανική κρίση του 2007, θα ήταν αβάστακτο τα χρόνια που πέρασαν.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ Ξανασκεφτόμαστε την Ευρώπη

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ Ευρώπη

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Μία παράδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θέλει οι κρίσεις να μεταφράζονται σε ευκαιρίες. Έτσι, η «ευρωσκλήρωση» και οι περιπέτειες των κοινοτικών προϋπολογισμών στην δεκαετία τού ’80 υπήρξαν οι προπομποί της Ενιαίας Πράξης τού 1986. Οι κρίσεις των συναλλαγματικών μηχανισμών το 1992-1993 επιτάχυναν την δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Συνεπώς, υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς ότι η τρέχουσα κρίση διακυβερνήσεως στην ευρωζώνη θα ακολουθήσει αυτό το υπόδειγμα και όχι μόνον επειδή μία άλλη εναλλακτική οδός θα ήταν καταστροφική.

Τα τρία χρόνια που πέρασαν από τον Μάϊο του 2010, όταν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ενέκριναν το περίφημο χρηματοοικονομικό πακέτο σωτηρίας του ευρώ, υπήρξαν επικίνδυνα, αλλά και γόνιμα σε αποφάσεις, παρά την διάχυτη καταστροφολογία που διέπει τα μέσα μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ). Την ίδια περίοδο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες, μετακινούμενοι αισθητά από εθνικές τους θέσεις, πήραν και σημαντικές για το μέλλον του ευρώ αποφάσεις, με πιο χαρακτηριστική αυτήν της τραπεζικής ένωσης. Όλα αυτά πείθουν έναν ψύχραιμο παρατηρητή ότι περί το 2020 η Ευρώπη θα απέχει πολύ από την αντίστοιχη σημερινή.

Χωρίς να το διαλαλούν, οι ηγέτες της Ευρώπης αναγνωρίζουν ότι η ήπειρός μας θα ήταν μία οικονομική γη σπατάλης χωρίς το ενιαίο νόμισμά της. Παρά τις διάφορες αμπελοφιλοσοφικές θεωρήσεις που εκφράζονται από τους αντιπάλους της ευρωζώνης, το κόστος της μη ύπαρξης του ευρώ, με αφορμή την αμερικανική κρίση του 2007, θα ήταν αβάστακτο τα χρόνια που πέρασαν. Οι ανταγωνιστικές υποτιμήσεις των εθνικών νομισμάτων μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2008 θα είχαν οδηγήσει σε ένα ασυγκρίτως πιο επικίνδυνο χάος, από τις αναταράξεις που βιώνουμε τον τελευταίο καιρό.

Οι ηγέτες της ευρωζώνης το αναγνωρίζουν αυτό. Το καθήκον τους σήμερα είναι να αποφευχθεί ο κίνδυνος της διαλύσεως με ταυτόχρονη ανάδειξη των πλεονεκτημάτων της υπάρξεως του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Αυτή είναι μία σοβαρή πρόκληση και θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως τέτοια. Αυτό εύχονται όσοι πιστεύουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την τεράστια σημασία της για τις παγκόσμιες ισορροπίες.

Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο, θα πρέπει οι Ευρωπαίοι ηγέτες να συνειδητοποιήσουν μερικές πραγματικότητες. Όσο θετική κι αν υπήρξε η δημιουργία του ευρώ, τόσο αδύναμη είναι η αντίληψη πάνω στην οποία στηρίζεται η πρακτική πλευρά του –δηλαδή, το σύστημα διακυβέρνησής του. Διότι, πώς μπορεί να υπάρχει και να κυκλοφορεί με αξιώσεις ένα κοινό νόμισμα όταν τα κράτη μέλη της ευρωζώνης διατηρούν την εθνική τους κυριαρχία στην φορολογία, στην δημοσιονομική διαχείριση και τις μακροοικονομικές επιλογές τους;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δείχνει για ποιον λόγο το περίφημο Σύμφωνο Σταθερότητος δεν μπορούσε ποτέ να είναι ένα ισχυρό θεμέλιο πάνω στο οποίο θα στηριζόταν το ευρώ. Στον βαθμό που η τήρησή του επαφιόταν στις εθνικές κυβερνήσεις και την θέλησή τους να σεβαστούν την υπογραφή τους, οι ρωγμές στο όλο οικοδόμημα ήσαν αναπόφευκτες. Έτσι, στην ευρωζώνη, η τρέχουσα κρίση δημοσίων χρεών είναι το άμεσο αποτέλεσμα της δομής διακυβερνήσεως του ενιαίου νομίσματος, που οι εμπνευστές του θεώρησαν ότι μπορεί να συμπλέει με την εθνική κυριαρχία.

Και αυτό είναι κάτι που οι παγκόσμιες αγορές το γνωρίζουν καλά. Γι αυτό και αντιδρούν βίαια κατά της ευρωζώνης. Στην ουσία, τεστάρουν την αλληλεγγύη των χωρών μελών της ευρωζώνης, γνωρίζοντας ότι η κατανομή εθνικής κυριαρχίας μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας δεν υπόκειται σε καμμία πολιτική εξουσία. Πλην αυτής, βέβαια, σήμερα, που προκύπτει από τις σχέσεις δανειστών και δανειζόμενου. Μια σχέση που και αυτή είναι χαλαρή στην ΕΕ, αν αναλογιστεί κανείς τα 306 δισεκατ. ευρώ που η Ελλάδα πήρε μέσα σε τρία έτη.

Επίσης, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι, για την ώρα ελάχιστο έχουν στην διάθεσή τους κοινό προϋπολογισμό. Ούτε διαθέτουν ισχυρό οργανισμό εποπτείας, ικανό να έχει συνολική αντίληψη των δραστηριοτήτων μιας τράπεζας στις διάφορες χώρες της ΕΕ. Η προληπτική εποπτική λειτουργία είναι πολυδιασπασμένη στα διάφορα κράτη και έχει αρκετά κενά. Η κατάσταση αυτή προκάλεσε πρακτικά προβλήματα στην εφαρμογή των σχεδίων σωτηρίας. Είδαμε, έτσι, οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών να αντιτίθενται στην εν θερμώ αντιμετώπιση των τραπεζικών χρεοκοπιών, καθώς δεν διέθεταν την ίδια πληροφόρηση, συνολική και επαληθευμένη, για την κατάσταση των τραπεζών που καλούνταν να διασώσουν από κοινού. Αυτό λειτουργεί στην πράξη ως απόδειξη του πόσο επείγει η δημιουργία ευρωπαϊκού οργανισμού εποπτείας που να λειτουργεί σε στενή σχέση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Από την άλλη μεριά, είτε αυτό αρέσει σε κάποιους είτε όχι, κοινοτική διαχείριση της κρίσης προϋποθέτει κοινή δημοσιονομική προσέγγιση. Και σήμερα, μπροστά στις πιέσεις των αγορών, αυτή είναι η πιο ενδεδειγμένη λύση για την ευρωζώνη. Διότι, όπως γράφει και ο διαπρεπής Γάλλος οικονομολόγος Μισέλ Αλιεττά σε άρθρο του στην γαλλική Λε Μοντ, αν η Ευρώπη θέλει να δώσει αποτελεσματική απάντηση στην κατάσταση ύφεσης που προκαλεί η χρηματοπιστωτική κρίση, χρειάζεται να αναλάβει δράση γρήγορα και συλλογικά.

Ο εμφανέστερος κίνδυνος είναι οι διάφορες χώρες της ΕΕ να υποκύψουν στον πειρασμό της καθυστέρησης και να εφαρμόσουν μία πολιτική του τύπου «ο καθένας για τον εαυτό του», στηριζόμενες στον γείτονα για να υπάρξει βοήθεια δια του προϋπολογισμού. Οι μεν θα δυσφορούν στην ιδέα συμμετοχής σε μια κοινή προσπάθεια, με την αιτιολογία ότι δεν θέλουν να υποσκάψουν μία εθνική δημοσιονομική ισορροπία την οποία έχουν πληρώσει στο παρελθόν με επώδυνες μεταρρυθμίσεις: αυτή είναι η περίπτωση της Γερμανίας, που προδήλως δεν έχει καμμία διάθεση να πληρώσει για τους λιγότερο ενάρετους γείτονές της. Οι δε θα απευθύνουν έκκληση για μία φιλόδοξη κοινοτική δράση, στην χρηματοδότηση όμως της οποίας δεν θα είναι ικανοί να μετάσχουν ουσιωδώς, καθώς εδώ και χρόνια παίζουν τον τζίτζικα, έχοντας επιβαρύνει επικίνδυνα τα δημόσια ελλείμματά τους: αυτή ήταν, και είναι εν μέρει, η περίπτωση των χωρών του Νότου και της Γαλλίας.

Είναι έτσι κατάδηλο ότι οι Ευρωπαίοι βρίσκονται μπροστά σε ένα διπλό πρόβλημα: την έλλειψη ενός ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και τη σχετική θεσμική αδυναμία της ΕΕ. Όσο δεν υπερπηδούν αυτά τα δύο εμπόδια, δεν θα κατορθώσουν να ξεπεράσουν το στάδιο της διακυβερνητικής δράσης και να κατευθυνθούν προς την δημιουργία μιας συγκροτημένης οικονομικής οντότητας και προς μία κοινή διακυβέρνηση. Σήμερα, λοιπόν, περισσότερο παρά ποτέ, θα έπρεπε να εγκαθιδρυθεί ένας κοινοτικός προϋπολογισμός –ή, τουλάχιστον, ένα έμβρυο προϋπολογισμού– που θα επέτρεπε να δοθεί συλλογική απάντηση στην κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας. Ταυτόχρονα, θα χρειαζόταν ενίσχυση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ώστε να ελέγχεται η χρήση των χρημάτων των πολιτών της ΕΕ, όπως αυτή θα γίνεται.

Πλην όμως, μία θεσμική ενίσχυση του Ευρωκοινοβουλίου απαιτεί και βαθειές αλλαγές στον τρόπο εκλογής των μελών του. Οι διορισμοί ευρωβουλευτών, για παράδειγμα, είναι αντιδημοκρατικοί, αφ’ ενός, και προβληματικοί για τον θεσμό, αφ’ ετέρου. Υπό παρόμοιες συνθήκες, μία στοιχειώδης πολιτική ενοποίησης της Ευρώπης είναι αδιανόητη.

Από την άλλη πλευρά, η χρηματοπιστωτική κρίση επέτρεψε να διαφανεί πώς θα λειτουργούσε μία διακυβέρνηση δια του Eurogroup. Η οικονομική κρίση, όμως, δεν έχει επιτρέψει μέχρι στιγμής να δοθούν ξεκάθαρα δείγματα γραφής για το ποιες είναι οι απώτερες προθέσεις των Ευρωπαίων ηγετών, περάν από κάποιες θετικές ενέργειές τους, αλλά και πολλές κενόλογες διακηρύξεις. Παρόλα αυτά, με αφορμή την κρίση, δίνεται η ευκαιρία να γίνει ένα ακόμη βήμα προς την οικοδόμηση της Ευρώπης και να διαμορφωθεί μία κατάσταση μη αναστρέψιμη. Ακριβώς αυτό συνέβη στις ΗΠΑ με την κρίση της δεκαετίας τού ’30. Με την ευκαιρία εκείνη, και η κεντρική εξουσία ενισχύθηκε σημαντικά, και η Αμερική απέκτησε τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που μέχρι τότε τής έλειπε. Και βέβαια, δεν είναι διόλου τυχαίο ότι, επωφελούμενη και από εγκληματικά λάθη των Ευρωπαίων, έγινε και παγκόσμια υπερδύναμη.

Μία υπερδύναμη, όμως, που σήμερα έχει ανάγκη την Ευρώπη, αν θέλει να αντέξει στην αναδυόμενη «ασιατική πρόκληση».

Ευρώπη

Διακύβευμα των ευρωεκλογών η μάχη για τη μεσαία τάξη

Σε δύο μέρες από σήμερα εκλέγουμε 21 ευρωβουλευτές για την εκπροσώπησή μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Οικονομία

Μια Ανορθόδοξη Οικονομία

"Δεν με ενδιαφέρει φίλε πόσο αυξάνεται το ΑΕΠ", μου είπε πρόσφατα ένας συμπολίτης μας εξηγώντας ότι αυτός πολύ απλά δεν βλέπει να αυξάνεται το εισόδημα του ούτε καν οριακά

Γνώμη

Ακροδεξιά ατοπήματα

Από: Athanase Papandropoulos

Οι διάφορες «σωτήρες» των λαών της Ευρώπης, είναι βουτηγμένοι μέσα στην ξεφτίλα και τη διαπλοκή

EURACTIV.com - Feeds

Περιοδικό

Ηλεκτρονική Έκδοση Τρέχοντος Τεύχους: 1/2019 2019

Τρέχον Τεύχος

1/2019 2019

Δείτε τα παλαιά τεύχη
Συνδρομή
Διαφημιστείτε
Ηλεκτρονική Έκδοση

All contents © Copyright Copyright EMG Strategic Consulting Ltd. 1997-2019. All Rights Reserved   |   Αρχική Σελίδα  |   Disclaimer  |   Website by Theratron :)