του
Γιόσκα Φίσερ *
Οι τελευταίες γερμανικές εκλογές περιείχαν αρκετά μηνύματα. Όμως, οδήγησαν και σε κάποιες ανακατατάξεις στην γερμανική πολιτική ζωή που κανείς πλέον δεν θα μπορεί να αγνοήσει. Ασφαλώς, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ πέτυχε μία σημαντική νίκη, ωστόσο δεν μπόρεσε να έχει και την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία που τόσο ήθελε.
Υπό αυτές τις συνθήκες και με δεδομένο το γεγονός ότι οι Χριστιανοδημοκράτες έχασαν μέρος της εκλογικής τους πελατείας από το νέο αντι-ευρώ γερμανικό κόμμα, μπορούμε να πούμε ότι το μέγεθος της εκλογικής τους επιτυχίας οφείλεται κυρίως στην κατάρρευση των κυβερνητικών τους εταίρων –του Κόμματος Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP), που για πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν θα εκπροσωπείται στην Μπούντενσταγκ.
Οι Φιλελεύθεροι αποτελούσαν πάντοτε μία διακριτή οντότητα στην μεταπολεμική γερμανική δημοκρατία, αλλά να που μάς άφησαν χρόνους. Η ευθύνη για την εξέλιξη αυτή βαραίνει, πρώτα και κύρια, το ίδιο το FDP. Κανένα κυβερνητικό κόμμα δεν μπορεί να αντέξει τόσο θλιβερά ανίκανους υπουργούς και ηγεσία. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η Μέρκελ απλά κάθισε αναπαυτικά και κοιτούσε τους Φιλελεύθερους να αυτοκτονούν δημοσίως.
Αλλά και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα πλήρωσαν το αντίτιμο της αποκοπής τους από την πραγματικότητα. Η οικονομία ανθεί, η ανεργία είναι χαμηλή και οι περισσότεροι Γερμανοί περνούν καλύτερα από οποτεδήποτε άλλοτε στο παρελθόν. Αλλά αντί να επιμείνουν στις αδυναμίες της Α. Μέρκελ –την ενέργεια, την Ευρώπη, την εκπαίδευση, την οικογενειακή πολιτική– εκείνοι πόνταραν στην …κοινωνική δικαιοσύνη. Η υπεραισιόδοξη καμπάνια της Μέρκελ ταίριαζε πολύ περισσότερο με τις διαθέσεις του γερμανικού εκλογικού σώματος από την tristesse της αντιπολίτευσης για τα βάσανα της εργατικής τάξης –που δικαίως έγινε αντιληπτή ως πρόφαση για την αύξηση της φορολογίας.
Στην Γερμανία οι κυβερνήσεις πλειοψηφίας σχηματίζονται πάντοτε στο κέντρο, όπου και κερδίζονται οι εκλογές. Ο προκάτοχος της Μέρκελ, ο σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ, το ήξερε καλά αυτό. Αλλά αυτή την φορά η αντιπολίτευση –οι σοσιαλδημοκράτες του SPD, οι Πράσινοι, η Αριστερά– προτίμησαν να εγκαταλείψουν το κέντρο και να αλληλοφαγωθούν διεκδικώντας την αριστερά! Το ζήτημα της ηγετικότητας έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα: ο Πέερ Στάϊνμπρουκ του SPD και ο Γιούργκεν Τρίττιν των Πρασίνων δεν είχαν ποτέ την παραμικρή πιθανότητα απέναντι στην Άνγκελα Μέρκελ και τον υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε.
Ο μόνος νέος παράγοντας μιας διαρθρωτικής αλλαγής στην γερμανική πολιτική ήταν η δυναμική εμφάνιση της νεοσύστατης Εναλλακτικής Λύσης για την Γερμανία (AfD). Αν και δεν πέτυχε να ξεπεράσει το όριο του 5% της λαϊκής ψήφου προκειμένου να εκπροσωπηθεί στην Μπούντενσταγκ, τα πήγε απροσδόκητα καλά. Αν η ηγεσία του κατορθώσει να αξιοποιήσει αυτή την επιτυχία στις ευρωεκλογές, το AfD θα απασχολήσει τα πρωτοσέλιδα. Το AfD πέτυχε καλά ποσοστά στην ανατολική Γερμανία, όπου το 2014 θα γίνουν εκλογές σε τρία κρατίδια, αποσπώντας πολλές ψήφους της Αριστεράς –κάτι που σημαίνει ότι το AfD θα μπορούσε να εγκατασταθεί μόνιμα στην κεντρική πολιτική σκηνή, γεγονός που θα καθιστούσε ακόμη δυσκολότερη την ανάκαμψη του FDP.
Μετά τις εκλογές, πάντως, και παρά την κατάρρευση των Φιλελεύθερων, η καγκελάριος έπρεπε να βρει εταίρους. Σίγουρα δε, αυτοί οι τελευταίοι δεν θα ήταν ένα κομμάτι της αυτοκαταστροφικής Αριστεράς, που είναι εκτός τόπου και χρόνου. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, η μόνη λύση ήταν ο Ευρύς Συνασπισμός –ό,τι ακριβώς επιθυμούσε και το εκλογικό σώμα. Ως φαίνεται, το SPD το κατάλαβε αυτό, μπροστά δε στο ενδεχόμενο νέων εκλογών δεν είχε πλέον άλλη επιλογή. Έτσι σήμερα ανοίγει μια νέα περίοδος για την Γερμανία, σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε κρίση πολλαπλών επιπέδων. Ο Ευρύς Συνασπισμός δεν είναι η χειρότερη προοπτική για την Γερμανία. Τίποτε δεν χάνεται τόσο γρήγορα όσο η λάμψη μιας εκλογικής νίκης και το γερμανικό ειδύλλιο σύντομα θα αρχίσει να σκιάζεται από την σκληρή πραγματικότητα –την σοβούσα κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), την Συρία, το Ιράν, την ενεργειακή πολιτική.
Η ανάγκη για ευρύτερες συναινέσεις είναι εξαιρετικά επείγουσα όσον αφορά τις δύσκολες αποφάσεις που αντιμετωπίζει η γερμανική κυβέρνηση όσον αφορά στην Ευρώπη. Η Ελλάδα χρειάζεται περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους της. Η ευρωπαϊκή τραπεζική ενοποίηση δεν μπορεί να συνεχίσει να αναβάλλεται για πολύ. Το ίδιο ισχύει για πολλά ακόμα ζητήματα. Ένας χειμώνας δυσαρέσκειας περιμένει την Μέρκελ, που θα τον ακολουθήσει μία καμπάνια για τις ευρωεκλογές που μάλλον θα προσγειώσει απότομα το CDU. Αυτό δεν σημαίνει ότι αναμένεται μία μείζων αλλαγή όσον αφορά στην ευρωπαϊκή πολιτική της Μέρκελ, ούτε στην στάση της στα διεθνή ζητήματα και την ασφάλεια. Οι θέσεις της για τη Ευρώπη έχουν πλέον επιδοκιμασθεί από ένα πελώριο τμήμα του εκλογικού σώματος και, από μια ηλικία κι έπειτα, οι άνθρωποι –συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών ιθυνόντων– δεν αλλάζουν εύκολα. Εξάλλου, στο ζήτημα αυτό έχουν εξαλειφθεί εν πολλοίς οι διαφορές μεταξύ του κεντροδεξιού CDU και του κεντροαριστερού SPD.
Ένας Ευρύς Συνασπισμός θα μπορούσε να επιδείξει μεγαλύτερη ευελιξία στην αντιμετώπιση της κρίσης του ευρώ αλλά λιγότερη στα ζητήματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής. Από την άποψη αυτή, πάντως, η Γερμανία θα μπορούσε να αξιοποιήσει την ευκαιρία για να αναπτύξει μία εξωτερική πολιτική άξια αυτής της ονομασίας στο πλαίσιο της ΕΕ και της δυτικής συμμαχίας, που τα τελευταία χρόνια είχε ένα επικίνδυνο κενό στο σημείο όπου κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται η Γερμανία –αν και εδώ μάλλον εκφράζω τις επιθυμίες μου, παρά την πραγματικότητα.
Θα είναι επίσης ενδιαφέρον να δούμε αν –και πώς– θα κατορθώσει η Μέρκελ να χειριστεί το μπέρδεμα με την energiewende, την ενεργειακή στροφή της προς μία οικονομία με χαμηλές θερμοκηπικές εκπομπές, που είναι και η σημαντικότερη εσωτερική πολιτική παρέμβαση της θητείας της. Είτε θα την φέρει επιτυχώς εις πέρας, είτε θα μεταβληθεί σε μία ιστορικής κλίμακας αποτυχία για την Γερμανία και σε καταστροφή για την γερμανική οικονομία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν διαθέτει το θάρρος να αποδώσει όλες τις αναγκαίες για την περάτωση αυτού του μεγάλου σχεδίου αρμοδιότητες στο υπουργείο Ενέργειας και σε ποιον θα εμπιστευθεί αυτόν τον ηράκλειο άθλο.
Ο τεθνεώς εκδότης του περιοδικού Ντερ Σπήγκελ, Ρούντολφ Άουγκστάϊν, που ουδέποτε συμπάθησε τον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ, είχε τιτλοφορήσει ως εξής το σχόλιό του για την γερμανική ενοποίηση: «Συγχαρητήρια Καγκελάριε!». Με τον εκλογικό θρίαμβο της Μέρκελ άνοιξε μία πόρτα, ιδίως όσον αφορά το ξεπέρασμα της κρίσης του ευρώ και την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αλλά θα συγκρατηθώ και δεν θα την συγχαρώ πριν την μέρα που θα διανύσει το κατώφλι της.
* Πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας και κορυφαίο στέλεχος των Πρασίνων





