του Δημήτρη Γαλαντή*
Όχι ως «δορυφόροι» με περιορισμένη ευθύνη, αλλά ως οργανικά μέρη των επιχειρήσεων που απορροφούν και κατευθύνουν την αλλαγή.
Η παραδοσιακή συμβουλευτική πατούσε πάντα πάνω σε κενά: έλλειψη γνώσης, έλλειψη ικανοτήτων, έλλειψη αποδοτικότητας. Αν αυτά τα κενά καλύπτονταν πλήρως, θα περίμενε κανείς ότι η αγορά της συμβουλευτικής δεν θα είχε πια λόγο ύπαρξης.
Όμως, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια διαφορετική μετάβαση: ραγδαία ζήτηση για επαγγελματίες που συμμετέχουν στον σχεδιασμό λογισμικών, αυτοματισμών και τεχνητής νοημοσύνης.
Σε αυτό το νέο τοπίο κυριαρχεί μια ιδεολογία με έντονα λιμπερταριανά χαρακτηριστικά: η ψευδαίσθηση του τέλειου, του «στεγανού» συστήματος που δεν χρειάζεται τίποτα άλλο για να λειτουργήσει.
Στον κόσμο των developers όλοι πιέζονται να χτίσουν το τέλειο και μοναδικό προϊόν, χωρίς πάντα να κατανοούν ότι χρήμα και επικοινωνία χρειάζονται καθαρούς διαύλους — ένα ζωντανό δίκτυο, σχεδόν ένα νευρικό σύστημα — ώστε να μην μπλοκάρουν.
Το κρίσιμο ζητούμενο στην ψηφιακή μετάβαση δεν είναι η απομόνωση, αλλά η συνδεσιμότητα. Σε χώρες όπου αυτό φαίνεται να πετυχαίνει, ο λόγος είναι συνήθως η ευθυγράμμιση κράτους και αγοράς γύρω από τις ανάγκες της καινοτομίας. Κι εδώ βρίσκεται και ο κίνδυνος: εάν ένα οικοσύστημα γίνει πλήρως στεγανό, η πλήρης αυτοματοποίησή του μέσω ΑΙ είναι απλώς θέμα χρόνου — με ό,τι αυτό συνεπάγεται για εργασία, κοινωνία και δημοκρατία.
Την ίδια στιγμή, ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο και χρήμα σε ευχολόγια παρά σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Και όσο η πίεση για ταχύτητα και αποδοτικότητα αυξάνεται, τα εργαλεία και οι τεχνογνωσίες που παράγονται βαφτίζονται διαρκώς «ανάγκες». Οι νέες γενιές πείθονται ότι πρέπει να ικανοποιούν όλο και πιο αυξανόμενες «ανάγκες», σε ένα ατέρμονο σπιράλ που βαφτίζεται πρόοδος αλλά συχνά καταλήγει να είναι απλώς εξάρτηση.
*O Δημήτρης Γαλαντής είναι συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Intoolecta