του Μίμη Βασιλάκη
Ήταν μια βαθιά μεταρρύθμιση της πολιτικής σκέψης, της κοινωνικής ταυτότητας και της συνταγματικής αντίληψης. Πολύ πριν ξεσπάσουν οι πυροβολισμοί στο Λέξινγκτον και στο Κόνκορντ, οι Βρετανοί άποικοι βίωναν μια δραματική ψυχολογική αλλαγή: από πιστοί υπήκοοι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μετατράπηκαν σε λαό που τελικά θα αυτοπροσδιοριζόταν ως Αμερικανοί.
Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν ούτε γρήγορη ούτε αναπόφευκτη. Αντίθετα, προέκυψε από τις ιδιαίτερες αποικιακές συνθήκες, τις αμφιλεγόμενες αυτοκρατορικές πολιτικές και τη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι οι παραδοσιακές αγγλικές ελευθερίες δεν ήταν πλέον συμβατές με τη μεταρρύθμιση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Η Αμερικανική Επανάσταση αποτέλεσε ουσιαστικά έναν εμφύλιο πόλεμο μέσα στον ίδιο τον βρετανικό κόσμο που τροφοδοτήθηκε από συγκρούσεις γύρω από την ταυτότητα, την κυριαρχία και τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας. Οι άποικοι εγκατέλειψαν σταδιακά την προσκόλλησή τους στη Βρετανική Αυτοκρατορία, μέχρι που δεν απέμεινε τίποτα από αυτήν εκτός από τα δικαιώματα που διεκδικούσαν να κληρονομήσουν και την ταυτότητα που είχαν αρχίσει να ξεπερνούν.
Αποικιακή ταυτότητα πριν από την κρίση
Οι αποικίες διέφεραν ως προς τα κίνητρα ίδρυσής τους και τη δομή της κοινωνίας τους επηρεάζοντας τις σχέσεις τους με την μητρική χώρα[1]. Εύκολα υποτιμάται ο βαθμός στον οποίο λειτουργούσαν πραγματικά σαν μικρά ανεξάρτητα έθνη-κράτη. Η Νέα Αγγλία[2], η οποία είχε ιδρυθεί από θρησκευτικές ομάδες με αυστηρές πεποιθήσεις που επεδίωκαν την ηθική τάξη, κατέληξε σε δυναμικές κοινότητες με υψηλό αλφαβητισμό. Οι Μέσες Αποικίες[3] χαρακτηρίζονταν από ποικιλομορφία· η Πενσυλβάνια προωθούσε την ανεκτικότητα, ενώ η Νέα Υόρκη κυριαρχούνταν από ισχυρές οικογένειες και πολιτικές αντιπαλότητες, γεγονός που τις έκανε να φαίνονται στα μάτια των άλλων ύποπτα κοσμοπολίτικες. Αντίθετα, οι Νότιες Αποικίες[4], βασίζονταν στις φυτείες και στη δουλεία, διαμορφώνοντας μια ιεραρχική και λιγότερο ισότιμη κοινωνία.
Για πολλές γενιές, οι Αμερικανοί άποικοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους περήφανους Βρετανούς. Μοιράζονταν τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τις πολιτικές παραδόσεις με άξονα την ελευθερία, την τάξη και τα δικαιώματα των Άγγλων. Η αγάπη τους για την Αγγλία δεν ήταν επιφανειακή αλλά βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η Βρετανία αποτελούσε κορυφή του πολιτισμού. Παράλληλα διακατέχονταν από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας.
Ζώντας στην περιφέρεια μιας περιοχής που έβλεπαν ως απέραντη και πρωτόγονη έρημο, φοβούνταν ότι οι Βρετανοί στο Λονδίνο τους θεωρούσαν καθυστερημένους ή επαρχιώτες. Οι ταξιδιώτες επέστρεφαν με ιστορίες για την εκλεπτυσμένη κουλτούρα της Αγγλίας, τα κομψά ρούχα, την πνευματική ζωντάνια και την κοινωνική λάμψη. Σε σύγκριση με αυτό, ακόμη και οι πιο πλούσιοι άποικοι αισθάνονταν σαν χωριάτες.
Ωστόσο, η αποικιακή κοινωνία διέφερε σε θεμελιώδη σημεία από εκείνη της μητρικής χώρας. Στην Αμερική δεν υπήρχε μια άκαμπτη αριστοκρατία και μια παγιωμένη αγροτική τάξη. Αντ’ αυτής, αναπτύχθηκε μια «μεσαία κοινωνία» χωρίς τα άκρα των Ευρωπαϊκών ταξικών δομών, με αυξημένη ιδιοκτησία γης, ευρύτερη πολιτική συμμετοχή και ρευστά κοινωνικά όρια. Η κοινωνική θέση επιβεβαιωνόταν μέσω της συμπεριφοράς και των συστατικών επιστολών, όχι μέσω κληρονομικών τίτλων. Αυτή η διευθέτηση γεννούσε εξίσου άγχος και φιλοδοξία.
Επιπλέον, οι κοινοτικές συμβάσεις ευνοούσαν την δημόσια αντιπαράθεση. Οι άποικοι είχαν συνηθίσει να εκφράζουν την δυσαρέσκειά τους και να υπερασπίζονται την αυτονομία τους με αποτέλεσμα να συγκρούονται συχνά τόσο για θεολογικά ζητήματα όσο και για θέματα πολιτικής εξουσίας στις τοπικές συνελεύσεις και στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Οι εκλογές ήταν θορυβώδεις εκδηλώσεις που περιλάμβαναν δωροδοκίες με αλκοόλ, δημόσια γλέντια και έντονες συζητήσεις.
Η θρησκευτική πολυμορφία, ο εθνοτικός πλουραλισμός και οι δημοκρατικές τάσεις που αναζωπυρώθηκαν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Αφύπνισης προώθησαν περαιτέρω τον ατομικισμό και την αντίσταση στον κεντρικό έλεγχο. Η αναγέννηση της ευαγγελικής πίστης, αν και ήταν κατά κύριο λόγο θρησκευτικό κίνημα, ενθάρρυνε πολιτικά ισχυρές νοοτροπίες. Όταν ένας αγρότης μπορούσε να αμφισβητήσει την εξουσία μιας καθιερωμένης Εκκλησίας, θα μπορούσε να αμφισβητήσει την εξουσία ενός μακρινού Κοινοβουλίου ή ενός Βασιλιά, ακόμα και αν οι άποικοι δεν σκέπτονταν ακόμη με τόσο ριζοσπαστικούς όρους.
Παρά τις διαφορές τους όμως, οι άποικοι παρέμεναν βαθιά προσκολλημένοι στη βρετανική τους ταυτότητα. Η αφοσίωσή τους θα δοκιμαζόταν για πρώτη φορά από τις αλλαγές στην αυτοκρατορική πολιτική.
Η κατάρρευση της αυτοκρατορικής σχέσης
Μέχρι τη δεκαετία του 1760, η Βρετανία αγνοούσε σε μεγάλο βαθμό τις αποικίες της στη Βόρεια Αμερική. Η αυτοκρατορική εποπτεία ήταν χαλαρή και οι τοπικές συνελεύσεις απέκτησαν εκτεταμένη εξουσία επί των εσωτερικών υποθέσεων. Αυτή η «επωφελής παραμέληση» επέτρεψε στους αποίκους να αναπτύξουν μια πολιτική κουλτούρα που διαμορφώθηκε τόσο από την αγγλική παράδοση όσο και από την τοπική αυτονομία.
Αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια πολιτική στρατηγική, αλλά στην έλλειψη διοικητικών μηχανισμών, πολιτικής βούλησης και γεωγραφικής δυσκολίας. Ο Γαλλοϊνδιανικός Πόλεμος ενίσχυσε πρόσκαιρα την αποικιακή υπερηφάνεια για τη βρετανική ταυτότητα, καθώς οι άποικοι και τα βρετανικά στρατεύματα πολέμησαν δίπλα-δίπλα ενάντια σε έναν κοινό εχθρό.
Όμως, μετά το τέλος του πολέμου η ισορροπία μεταβλήθηκε προκαλώντας σοκ στον αποικιακό πληθυσμό, ο οποίος πίστευε ότι είχε εξασφαλίσει τον σεβασμό που οφειλόταν στους πιστούς Βρετανούς υπηκόους. Λίγοι συνειδητοποιούσαν ότι η αντίληψή τους για τα αγγλικά δικαιώματα έμοιαζε μόνο εν μέρει με τις πραγματικές πρακτικές διακυβέρνησης στην ίδια την Αγγλία.
Αντιμετωπίζοντας χρέη και νέες ευθύνες στη Βόρεια Αμερική, ο πρωθυπουργός Τζορτζ Γκρένβιλ εισήγαγε μέτρα αύξησης των εσόδων, όπως τον Νόμο περί της Ζάχαρης (1764)[5] και τον Νόμο περί του Χαρτοσήμου (1765)[6]. Σύμφωνα με την οπτική των Βρετανών επρόκειτο για ήπια μέτρα υπέρ της χρηματοδότησης της άμυνας των αποικιών.
Πίστευαν ότι οι άποικοι θα ήταν ευγνώμονες για την προστασία που τους προσέφερε η αυτοκρατορία. Ωστόσο για τους αποίκους οι φόροι αποτελούσαν ένα επικίνδυνο προηγούμενο: το Κοινοβούλιο, στο οποίο δεν είχαν εκπροσώπηση, διεκδικούσε το δικαίωμα να τους φορολογεί άμεσα. Αυτό συνιστούσε παραβίαση της βασικής αρχής ότι μόνο οι τοπικοί εκπρόσωποι μπορούσαν να επιβάλλουν εσωτερικούς φόρους. Το ζήτημα δεν ήταν απλώς οικονομικό, αλλά συνταγματικό.
Ο Νόμος περί του Χαρτοσήμου ριζοσπαστικοποίησε την αποικιακή πολιτική. Επειδή επηρέαζε δικηγόρους, τυπογράφους, εκδότες, εμπόρους και άλλες ομάδες με επιρροή, που είχαν τα μέσα να αντιδράσουν, η αντίσταση εξαπλώθηκε γρήγορα. Οι ηγέτες των αποικιών συνέταξαν τα Ψηφίσματα της Βιρτζίνιας[7], το Συνέδριο για τον Νόμο περί του Χαρτοσήμου συντόνισε διαμαρτυρίες σε όλες τις αποικίες, και δημοφιλείς ομάδες όπως οι «Γιοι της Ελευθερίας» επιδόθηκαν σε εκστρατείες προπηλακισμού των φοροεισπρακτόρων και εκφοβισμού των βρετανών αξιωματούχων αναγκάζοντάς τους σε παραίτηση. Το Κοινοβούλιο απέσυρε τον Νόμο, αλλά παράλληλα ψήφισε τον Επεξηγηματικό Νόμο, με τον οποίο διεκδικούσε την πλήρη εξουσία να νομοθετεί για τις αποικίες «σε όλες τις περιπτώσεις» υπονομεύοντας τις προσπάθειες για συμφιλίωση.
Ο κύκλος επαναλήφθηκε με τους Δασμούς του Τάουνσεντ (1767)[8], τα μποϊκοτάζ, την αποικιακή προπαγάνδα μετά τη Σφαγή της Βοστώνης (1770)[9] και την αυξανόμενη δυσπιστία και από τις δύο πλευρές. Κάθε αυτοκρατορικό μέτρο έπειθε όλο και περισσότερους αποίκους ότι η Βρετανία σκόπευε να τους στερήσει τα παλιά τους δικαιώματα. Κατά την περίοδο της ψήφισης του Νόμου περί του Τσαγιού[10] του 1773 και των Δυσβάσταχτων Νόμων που οδήγησαν στην Εξέγερση του Τσαγιού στη Βοστώνη[11] και στο Πρώτο Ηπειρωτικό Συνέδριο, πολλοί άποικοι ήταν πλέον πεπεισμένοι ότι το Κοινοβούλιο επιδίωκε την επιβολή αυθαίρετης εξουσίας.
Ο δρόμος προς την ανεξαρτησία
Αν και οι αποικίες ήταν συνηθισμένες στην περιφερειακή αντιπαλότητα και την αμοιβαία καχυποψία, οι βρετανικές πολιτικές ενίσχυσαν ακούσια την ενότητα. Ο Νόμος περί του Χαρτοσήμου αφορούσε όλες τις αποικίες εξίσου και οι Δυσβάσταχτοι Νόμοι κατά της Μασαχουσέτης έπεισαν τις άλλες αποικίες ότι παρόμοια τιμωρία θα μπορούσε να επιβληθεί και σε αυτές.
Τοπικές επιτροπές δημιούργησαν δίκτυα επικοινωνίας, συνδέοντας τους ριζοσπάστες της Νέας Αγγλίας με τους μετριοπαθείς και τους εμπόρους άλλων αποικιών. Η Ηπειρωτική Ένωση, ένα όργανο που δημιούργησε το Πρώτο Ηπειρωτικό Συνέδριο, προέβη σε κινητοποιήσεις και μποϊκοτάζ ενθαρρύνοντας την λαϊκή συμμετοχή σε πρωτοφανή κλίμακα.
Οι βασιλόφρονες παρέμεναν ισχυροί σε πολλές περιοχές, ειδικά στη Νέα Υόρκη, στις Μέσες Αποικίες και σε μέρη του Νότου. Πολλοί φοβούνταν την κοινωνική αναταραχή περισσότερο από την αυτοκρατορική εξουσία. Άλλοι ήλπιζαν σε συμφιλίωση και θεωρούσαν εξτρεμιστές τους ριζοσπάστες ηγέτες. Αλλά ακόμη και οι μετριοπαθείς συμφωνούσαν ότι οι βρετανικές ενέργειες παραβίαζαν τους συνταγματικούς κανόνες.
Η δημοσίευση του μικρού βιβλίου του Τόμας Πέιν Common Sense τον Ιανουάριο του 1776 διέλυσε τις τελευταίες αμφιβολίες. Ο Πέιν διατύπωσε με σαφήνεια την θέση ότι η μοναρχία ήταν μια παράλογη μορφή διακυβέρνησης και ότι το πεπρωμένο της Αμερικής βρισκόταν στην ανεξαρτησία. Τοποθετώντας την ανεξαρτησία στο επίκεντρο της συζήτησης, ο Πέιν επιτάχυνε τη μεταμόρφωση της πολιτικής συνείδησης που είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1760.
Όταν συγκλήθηκε το Δεύτερο Ηπειρωτικό Συνέδριο, οι μάχες είχαν ήδη αρχίσει στο Λέξινγκτον, το Κόνκορντ και το Μπάνκερ Χιλ. Το Συνέδριο οργάνωσε έναν Ηπειρωτικό Στρατό υπό τον Τζορτζ Ουάσιγκτον, έστειλε ειρηνευτική πρόταση στον βασιλιά και ενέκρινε τις στρατιωτικές προετοιμασίες. Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Γ΄ κήρυξε τις αποικίες σε εξέγερση και προσέλαβε Γερμανούς μισθοφόρους, η ελπίδα για συμφιλίωση κατέρρευσε εντελώς.
Οι τοπικές διακηρύξεις ανεξαρτησίας πολλαπλασιάστηκαν σε όλες τις αποικίες. Τον Ιούλιο του 1776, το Ηπειρωτικό Συνέδριο υιοθέτησε επίσημα τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας την οποία συνέταξε κυρίως ο Τόμας Τζέφερσον και επιμελήθηκε το Συνέδριο – μια πράξη τόσο επαναστατική όσο και απαραίτητη κατά την άποψη πολλών Αμερικανών για την υπεράσπιση της συνταγματικής ελευθερίας.
Η διεξαγωγή του πολέμου
Η επανάσταση περιελάμβανε τεράστιες προκλήσεις. Το Ηπειρωτικό Συνέδριο είχε μικρή κεντρική εξουσία, καμία φορολογική αρμοδιότητα και περιορισμένη εμπειρία στον συντονισμό ενός εθνικού στρατού. Οι τοπικές προσηλώσεις συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τις εθνικές ανάγκες, και οι αμερικανικές δυνάμεις ταλαιπωρούνταν από την έλλειψη προμηθειών. Ο Ουάσιγκτον δυσκολευόταν να επιβάλει στρατιωτική πειθαρχία σε στρατιώτες που ήταν συνηθισμένοι στην ανεξαρτησία της πολιτικής ζωής.
Οι Βρετανοί, εντωμεταξύ, αντιμετώπιζαν τα δικά τους προβλήματα. Η διεξαγωγή του πολέμου στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού καθιστούσε την ανεφοδιαστική αλυσίδα αργή και ακριβή. Η απέραντη αμερικανική ύπαιθρος δεν παρείχε κανέναν κεντρικό στόχο για αποφασιστική νίκη. Επιπλέον, οι Βρετανοί διοικητές υποτιμούσαν συστηματικά την αμερικανική αποφασιστικότητα και υπερτιμούσαν την υποστήριξη των βασιλοφρόνων. Η σκληρή μεταχείριση των αμάχων οδήγησε τους ουδέτερους στο στρατόπεδο των πατριωτών.
Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε τέσσερις φάσεις. Η πρώτη φάση επικεντρώθηκε στη Νέα Αγγλία, όπου οι Βρετανοί ήλπιζαν ότι η επίδειξη δύναμης θα οδηγούσε σε παράδοση. Αφού απέτυχαν να συντρίψουν την αντίσταση, προσπάθησαν να καταλάβουν τη Νέα Υόρκη το 1776, με στόχο να διαιρέσουν τις αποικίες και να απομονώσουν τη Νέα Αγγλία. Οι αιφνιδιαστικές νίκες του Ουάσιγκτον στο Τρέντον και στο Πρίνστον ενίσχυσαν το ηθικό του στρατού, αλλά δεν έθεσαν τέλος στην βρετανική απειλή.
Η καμπή ήρθε το 1777 με τη μάχη της Σαρατόγκα, όπου έξι χιλιάδες άνδρες του βρετανικού στρατού υπό τον στρατηγό Μπουργκόιν παραδόθηκαν. Αυτή η αποφασιστική νίκη έπεισε τη Γαλλία ότι οι Αμερικανοί επαναστάτες είχαν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Η επακόλουθη γαλλοαμερικανική συμμαχία μετέβαλε τον πόλεμο, προσφέροντας οικονομική υποστήριξη, στρατιωτικό εξοπλισμό και, το πιο σημαντικό, το γαλλικό ναυτικό.
Ο πόλεμος μεταφέρθηκε στον Νότο στην τελική του φάση, όπου οι Βρετανοί ήλπιζαν να εκμεταλλευτούν τη επιρροή των βασιλοφρόνων. Αν και κατέλαβαν αρκετές πόλεις του Νότου, η εκτεταμένη αντίσταση και η επέμβαση του γαλλικού ναυτικού παγίδευσαν τον στρατηγό Κορνουάλις στο Γιορκτάουν το 1781. Η παράδοσή του έθεσε ουσιαστικά τέλος στις μεγάλες εχθροπραξίες. Δύο χρόνια αργότερα, η Συνθήκη του Παρισιού αναγνώρισε την αμερικανική ανεξαρτησία.
Οι επιπτώσεις στην κοινωνία
Η ρητορική της Επανάστασης για την ελευθερία επηρέασε τους σκλάβους, τις γυναίκες και τους ιθαγενείς με άνισο τρόπο. Οι σκλάβοι άκουσαν να μιλάνε για «φυσικά δικαιώματα» και «ελευθερία» και προσπάθησαν να εξασφαλίσουν την ελευθερία τους μέσω της απόδρασης, της στρατολόγησης στον βρετανικό στρατό ή διεκδικώντας νομικά την απελευθέρωσή τους. Ενώ οι βόρειες πολιτείες άρχισαν τη σταδιακή απελευθέρωση κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο, η δουλεία εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο στον Νότο, καθώς η ελίτ των λευκών επανέκτησε τον έλεγχο.
Ο πολιτικός ρόλος των γυναικών επεκτάθηκε κατά τη διάρκεια της αντίστασης και των κινητοποιήσεων και σε ορισμένα μέρη απέκτησαν προσωρινά το δικαίωμα ψήφου, όπως στο Νιου Τζέρσεϊ. Συνολικά η Επανάσταση αναβάθμισε την κοινωνική σημασία των γυναικών αν και δεν τους παραχώρησε πολιτική ισότητα.
Τις πιο καταστροφικές συνέπειες υπέστησαν τα έθνη των ιθαγενών. Πολλά έθνη συμμάχησαν με τους Βρετανούς, ελπίζοντας να περιορίσουν την επέκταση προς τα δυτικά. Μετά την ήττα των Βρετανών, οι Αμερικανοί τα αντιμετώπισαν ως κατακτημένους λαούς, καταλαμβάνοντας τη γη τους και αγνοώντας την κυριαρχία τους. Οι πόλεμοι και οι εκτοπισμοί εντάθηκαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν μετά την Επανάσταση αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στα ιδεώδη της Διακήρυξης και την εφαρμογή τους στην πραγματική ζωή.
Αν και η επίτευξη της ισότητας θα απαιτούσε μεταγενέστερους αγώνες, ωστόσο το ιδρυτικό όραμα της Διακήρυξης, βασισμένο στις αρχές του Διαφωτισμού, αποτελούσε μια ριζοσπαστική απόρριψη όλων των ιεραρχικών συστημάτων όπου είτε οι ηγεμόνες παραχωρούσαν δικαιώματα είτε η αξία του ανθρώπου εξαρτιόταν από την κοινωνική θέση ή τη φύση του. Θεμελιώνοντας για πρώτη φορά στην ιστορία την πολιτική εξουσία στα εγγενή και καθολικά δικαιώματα του ανθρώπου, η Διακήρυξη αναδείχθηκε σε σύμβολο ελπίδας, καλώντας τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο που πιστεύουν στο συνταγματικό σύστημα και την κληρονομιά του, να συμμετάσχουν σε έναν πολιτισμό που διαμορφώνεται από τα δικαιώματα στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας.
Οι νέες κυβερνήσεις και τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας
Η ανεξαρτησία απαιτούσε νέους θεσμούς. Μεταξύ του 1776 και των αρχών της δεκαετίας του 1780, κάθε «κράτος» συνέταξε δικό του σύνταγμα. Επηρεασμένα από τις αρχές της Επανάστασης, τα περισσότερα υιοθέτησαν διμερή νομοθετικά σώματα, αδύναμες εκτελεστικές εξουσίες, ετήσιες εκλογές και διακηρύξεις δικαιωμάτων. Η Πενσυλβάνια προχώρησε ακόμη περισσότερο, ιδρύοντας ένα μονομερές νομοθετικό σώμα και καταργώντας τα περιουσιακά κριτήρια για την ψήφο.
Σε εθνικό επίπεδο, το Ηπειρωτικό Συνέδριο συνέταξε τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας. Τα Άρθρα δημιούργησαν μια αδύναμη κεντρική κυβέρνηση – ουσιαστικά μια χαλαρή «ένωση φιλίας» μεταξύ κυρίαρχων κρατών. Το Συνέδριο δεν είχε φορολογική εξουσία, δεν μπορούσε να ρυθμίζει το εμπόριο και δεν είχε εκτελεστική ή δικαστική εξουσία.
Αν και αυτή η δομή αντανακλούσε τους φόβους για μια κεντρική εξουσία, γρήγορα αποδείχθηκε ανεπαρκής. Η οικονομική αστάθεια, οι αντιπαραθέσεις για την αποπληρωμή του πολεμικού χρέους, οι διακρατικές, εμπορικές και διασυνοριακές διαφορές, οι εξωτερικές απειλές και γεγονότα όπως η Εξέγερση του Σέις και η Συνωμοσία του Νιούμπεργκ[12] υπογράμμισαν την ανάγκη για μια ισχυρότερη ένωση.
Από την κρίση στο Σύνταγμα
Στα μέσα της δεκαετίας του 1780, πολλοί φεντεραλιστές[13] –συμπεριλαμβανομένων των Τζορτζ Ουάσιγκτον, Αλεξάντερ Χάμιλτον, Τζον Άνταμς και Τζέιμς Μάντισον– φοβούνταν ότι η Συνομοσπονδία θα αποτύγχανε. Οι διαμάχες μεταξύ των πολιτειών οδήγησαν στην ανάγκη για περιφερειακές διασκέψεις στο Μάουντ Βέρνον και την Αννάπολη, οι οποίες τελικά κατέληξαν στη σύγκληση της Συνέλευσης της Φιλαδέλφειας του 1787.
Ο Μάντισον είχε προετοιμάσει το Σχέδιο της Βιρτζίνιας, το οποίο πρότεινε την πλήρη κατάργηση των Άρθρων και την ίδρυση μιας εθνικής κυβέρνησης βασισμένης στην λαϊκή κυριαρχία, με ξεχωριστά νομοθετικά, εκτελεστικά και δικαστικά όργανα. Οι εκπρόσωποι συζήτησαν την εκπροσώπηση, τη φύση της εκτελεστικής εξουσίας, τον ρόλο της δικαστικής εξουσίας και το ζήτημα της δουλείας.
Το Σύνταγμα που προέκυψε αντιπροσώπευε μια σειρά συμβιβασμών, αλλά δημιούργησε ένα θεμελιωδώς νέο πολιτικό πλαίσιο – μια δημοκρατία βασισμένη σε μια ισχυρότερη εθνική κυβέρνηση, η οποία όμως εξακολουθούσε να προστατεύει τα συμφέροντα των πολιτειών. Οι αντιφεντεραλιστές πέτυχαν μια σημαντική νίκη εξασφαλίζοντας την προσθήκη ενός Χάρτη Δικαιωμάτων – ενός καταλόγου εξουσιών που η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να ασκήσει εναντίον του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με μια από τις πιο γνωστές ιστορίες από τα πρώτα χρόνια των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου στο σπίτι του Τόμας Τζέφερσον, ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, παρατηρώντας τα πορτρέτα του Φράνσις Μπέικον, του Ισαάκ Νεύτωνα και του Τζον Λοκ που κρέμονταν στον τοίχο, ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί. Ο Τζέφερσον απάντησε ότι ήταν η προσωπική του «τριάδα των σημαντικότερων ανδρών που είχε ποτέ γεννήσει ο κόσμος», οι οποίοι ενσάρκωναν τα υψηλότερα επιτεύγματα της επιστήμης, της λογικής και της πολιτικής φιλοσοφίας. Μετά από μια παύση, ακολούθησε η γεμάτη ειρωνεία απάντηση του Χάμιλτον, ότι «ο σημαντικότερος άνθρωπος που έζησε ποτέ ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας».
Ο Τόμας Τζέφερσον και ο Αλεξάντερ Χάμιλτον εκπροσώπησαν δύο αντίθετες αντιλήψεις για τη νέα Αμερικανική Δημοκρατία δημιουργώντας το πρώτο κομματικό σύστημα της Αμερικής. Σύμφωνα με τον Χάμιλτον οι συνταγματικοί μηχανισμοί και το κράτος δικαίου προστάτευαν την δημοκρατία από τους δημαγωγούς. Σύμφωνα με τον Τζέφερσον οι ίδιοι θεσμοί έπρεπε να είναι υπόλογοι απέναντι στους πολίτες, επειδή η εξουσία χωρίς λαϊκή νομιμοποίηση προκαλεί την οργή που τροφοδοτεί την δημαγωγία[14]. Σε αυτή τη σύνθεση βρίσκεται η άμυνα ενάντια στην απλότητα του λαϊκισμού και την κατασταλτική ισχύ του αυταρχισμού.
Το 2026 οι ΗΠΑ θα γιορτάσουν τα διακόσια πενήντα χρόνια από την γέννησή τους. Δεδομένου ότι η μέση διάρκεια ζωής των δημοκρατιών σπάνια υπερβαίνει τους δύο αιώνες, αυτό το ορόσημο αποτελεί λόγο για εορτασμό αλλά και για ανησυχία. Θα συνεχίσει η δημοκρατία να υπάρχει για άλλα διακόσια πενήντα χρόνια;
Η Ομιλία του Γκέτισμπεργκ
Η Ομιλία του Γκέτισμπεργκ είναι η πιο διάσημη ομιλία του Προέδρου Αβραάμ Λίνκολν και μία από τις πιο διάσημες ομιλίες της αμερικανικής ιστορίας. Εκφωνήθηκε κατά τα εγκαίνια του Στρατιωτικού Νεκροταφείου στο Γκέτισμπεργκ της Πενσυλβανίας λίγους μήνες μετά την αιματηρή μάχη του Γκέτισμπεργκ. Με την ομιλία αυτή ο Λίνκολν μετέτρεψε τον Εμφύλιο Πόλεμο από μία σύγκρουση για την διατήρηση της Ένωσης σε ηθικό αγώνα για την ισότητα και τη δημοκρατία. Υπάρχουν πέντε γνωστά χειρόγραφα της ομιλίας, το καθένα με μικρές διαφορές. Η μετάφραση που ακολουθεί βασίζεται στο αντίγραφο Bliss.
Πριν από ογδόντα επτά χρόνια, οι πατέρες μας ανέδειξαν σε αυτήν την ήπειρο ένα νέο έθνος, γεννημένο στην Ελευθερία και προσηλωμένο στην αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι.
Τώρα έχουμε εμπλακεί σε έναν τρομερό εμφύλιο πόλεμο, που θέτει σε δοκιμασία αν αυτό το έθνος, ή οποιοδήποτε άλλο έθνος που στηρίχθηκε και πίστεψε σε τέτοιες αρχές, μπορεί να αντέξει για πολύ ακόμη.
Συγκεντρωθήκαμε σε ένα σπουδαίο πεδίο μάχης αυτού του πολέμου. Ήρθαμε να αφιερώσουμε ένα τμήμα αυτού του πεδίου, ως τόπο τελικής ανάπαυσης για εκείνους που εδώ έδωσαν τη ζωή τους ώστε να υπάρξει αυτό το έθνος. Είναι απολύτως δίκαιο και πρέπον να το πράξουμε.
Αλλά, υπό μία ευρύτερη έννοια – δεν μπορούμε να αφιερώσουμε – δεν μπορούμε να καθαγιάσουμε – δεν μπορούμε να ιεροποιήσουμε – αυτή τη γη. Οι γενναίοι άνδρες, ζωντανοί και νεκροί, που αγωνίστηκαν εδώ, το έχουν ήδη καθαγιάσει πολύ πάνω από τις φτωχές μας δυνάμεις να προσθέσουμε ή να αφαιρέσουμε. Ο κόσμος θα προσέξει ελάχιστα και δεν θα θυμάται για πολύ τι λέμε εμείς εδώ, αλλά δεν μπορεί ποτέ να ξεχάσει όσα έκαναν αυτοί εδώ.
Είναι μάλλον δικό μας καθήκον, των ζωντανών, να αφιερωθούμε εδώ στο ανολοκλήρωτο έργο που εκείνοι που πολέμησαν εδώ έχουν έως σήμερα τόσο γενναιοφρόνως ξεκινήσει. Είναι μάλλον δικό μας καθήκον να αφιερωθούμε στο μεγάλο έργο που έχουμε μπροστά μας – ώστε από αυτούς τους τιμημένους νεκρούς να αντλήσουμε ακόμη μεγαλύτερη αφοσίωση για τον σκοπό για τον οποίον εκείνοι έδωσαν το τελευταίο ύψιστο παράδειγμα αφοσίωσης – ώστε εμείς εδώ να αποφασίσουμε αμετάκλητα ότι αυτοί οι νεκροί δεν πέθαναν μάταια – ότι αυτό το έθνος, με τη βοήθεια του Θεού, θα γνωρίσει μια νέα αναγέννηση της Ελευθερίας – και ότι αυτή η κυβέρνηση του λαού, από τον λαό, για τον λαό, δεν θα χαθεί από τη γη.
Αβραάμ Λίνκολν
19 Νοεμβρίου 1863





