του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Η παγκοσμιοποίηση του αυταρχισμού, η πολιτική παρακμή της Αμερικής και η αδυναμία της Ευρώπης να αρθρώσει νεωτερικό πολιτικό λόγο, προσφέρουν μια τεράστια ευκαιρία στην ελληνική πολιτική τάξη να δημιουργήσει θρυαλλίδες ανάπτυξης νέων αμυντικών γραμμών για τη σύγχρονη δημοκρατία.
Κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν η επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στην Κίνα στις 13-15 Μαρτίου και το ίδιο ισχύει για την επικείμενη άφιξη στο Πεκίνο του Ρώσου προέδρου Βλαδίμηρου Πούτιν. Οι εξελίξεις αυτές κάνουν πλέον ορατή την προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να αποκαταστήσει νέες γεωπολιτικές σχέσεις υπό συνθήκες πολιτικού αυταρχισμού.
Με άλλα λόγια, ο Ντόναλντ Τραμπ, θέλει να πείσει τον Κινέζο ομόλογό του ότι αν η εμπέδωση διεθνώς αυταρχικών πολιτικών συστημάτων γίνει ευρύτερα αποδεκτή αυτό θα συμβάλλει όχι σε μια νέα «ισορροπία τρόμου», αλλά στην διεθνή μη αμφισβήτηση του πολιτικού αυταρχισμού.
Και από την άποψη αυτή, ο Αμερικανός πρόεδρος προσφέρει στους συνομιλητές του πειστικότατα δείγματα γραφής, τα οποία από κάθε άποψη θα πρέπει να τους ικανοποιούν.
Όπως ικανοποίηση θα πρέπει να τους προσφέρει και η αμερικανική αποστασιοποίηση από την Ευρώπη, η οποία εκ των πραγμάτων οδηγεί στη διάλυση της Ατλαντικής Συμμαχίας και βέβαια στην αντικατάσταση του ΝΑΤΟ από κάποιον άλλο ευρωπαϊκού τύπου πλέον αμυντικό φορέα.
Άξιο παρατήρησης είναι επίσης και το γεγονός ότι ο Τραμπ βάζει από το παιχνίδι και την Ινδία, γεγονός που αποτελεί δώρο για την Κινεζική εξουσία και τις γεωπολιτικές της βλέψεις.
Το τεράστιο έτσι ερώτημα που προκύπτει είναι τί γίνεται στην Ευρώπη και με ποιόν τρόπο η γηραιά ήπειρος και πηγή της δημοκρατίας θα αποφύγει ένα συνολικό καταποντισμό.
«Στη σημερινή συγκυρία, έγραψε ο ιστορικός και αρθρογράφος του περιοδικού «Αρδην» Γιάννης Χαραλαμπίδης, η αυταρχική προπαγάνδα προσπαθεί, συστηματικά να επηρεάσει με εξατομικευμένη μεθοδολογία το κυρίαρχο αφήγημα». Για τη δημοκρατία συνεπώς, προσθέτει, είναι ανάγκη να αντεπιτεθεί και στο ιδεολογικό επίπεδο και ιδίως σε αυτό. Όχι όμως μόνο με αναλύσεις ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Αυτές είναι καλές για να αναπαραχθούν επιχειρήματα και διαπιστώσεις μεταξύ μιας μειοψηφίας που ήδη συμφωνεί μεταξύ της.
Η δημοκρατία διαθέτει οπλοστάσιο ευρύ και ανεξάντλητο, έχει περισσότερο ιδεολογικό έρμα από οποιαδήποτε πολιτική πλατφόρμα στην ανθρώπινη ιστορία. Και η ίδια αυτή η ιστορία μας είναι που παρέχει ένα αποφασιστικό κομμάτι αυτού του δυναμικού. Η ιστορική γνώση εξοπλίζει άρτια όποιον θέλει να αντιπαρατεθεί ιδεολογικά στην ανερχόμενη αυταρχική Διεθνή. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο ιστορικά συγκροτημένος πολιτικός λόγος απουσιάζει πλήρως από το περιεχόμενο που παράγουν οι ηγέτες των δημοκρατιών. Αυτό το έλλειμμα υποδεικνύει βαθύτερα ζητήματα. Τα φιλελεύθερα συστήματα σχεδόν γενικευμένα απενεργοποίησαν την ικανότητα να απευθύνονται στο συναίσθημα, να μιλούν σε ιστορική βάση, να προβάλλουν ιδεολογικά επιχειρήματα.
Αφήνοντας όλο το πεδίο αυτό ελεύθερο στη δράση των τσαρλατάνων λαϊκιστών, οχυρώθηκαν στην επικοινωνιακή λογικοκρατία και την αναπαραγωγή οικονομετρικών δεδομένων. Κανείς όμως δεν πάει στον πόλεμο -κυριολεκτικά ή μεταφορικά- για να υπερασπιστεί αριθμούς και δεδομένα. Ο άνθρωπος κινητοποιείται από συναισθήματα και χάριν ανθρώπων και ιδεών. Σήμερα, τουλάχιστον , αυτή η διαλεκτική καχεξία πρέπει να γίνει αντιληπτή από τους Δυτικούς ηγέτες. Όταν ο Βλαδίμηρος Πούτιν και οι καθ’ ημάς μίμοι του κάνουν κατάχρηση αυτοπαραγόμενων αυθαίρετων, διαστρεβλωμένων ή ευθέως ψευδών ιστορικών σχημάτων και βάσει αυτών δομούν τις ιδεολογικές επιθέσεις τους εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η τελευταία δεν μπορεί να συνεχίσει να αφήνει αμαχητί το προνομιακό αυτό πεδίο στα χέρια τους.
Οι πολιτικές δυνάμεις οι επεξεργαστές νοημάτων και οι παραγωγοί δημόσιου περιεχομένου που υπερασπίζονται τις αξίες της δημοκρατίας, οφείλουν να ενσωματώσουν το ιδεολογικό στοιχείο στον λόγο τους με καθοριστικό τρόπο Η ερμηνεία και διάχυση των ιστορικών σχημάτων μπορεί και πρέπει να αποκτήσει αποφασιστικό χαρακτήρα μέσα στην επικοινωνιακή φαρέτρα της πάλης κατά του νέου αυταρχισμού.
Τι είναι αυτό που μέχρι σήμερα δυσκολεύει και εμποδίζει τις κατευθυντήριες τάξεις του δυτικού κόσμου να συνθέσουν μια ανάλογη ιδεολογική ιδιόλεκτο; Αφενός η συγκρότησή τους σε επίπεδο προσώπων και αφετέρου ο μακροχρόνιος εθισμός τους σε μια φοβική αντίληψη για την επικράτεια της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Η ποπ αντίληψη για μια «χρυσή εποχή» του «τέλους των ιδεολογιών» και του «τέλους της Ιστορίας» είναι ενδεικτική της ισχύος που απέκτησε αυτή η κουφή αισιοδοξία μεταξύ των δημοκρατικών ελίτ στο μεταίχμιο ανάμεσα στους δύο αιώνες. Αυτό είναι πλέον πολυσυζητημένο. Προβληματισμό δημιουργεί όμως έντονα η συνεχιζόμενη αδυναμία απεγκλωβισμού από αυτή την αυτοπαγίδευση.»
Αυτά γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης και πού εύστοχα προτείνει:
«Η ελληνική περίπτωση δεν είναι αμελητέα. Οι Έλληνες διαθέτουμε στο ευρωπαϊκό, περιφερειακό και διεθνές πλαίσιο δυνάμεις υποβολής του πολιτικού λόγου. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και η ιστορική σκευή του ελληνικού στοιχείου μέσα στη χορεία των δυτικών, δημοκρατικών και φιλελευθέρων εθνών, καθιστά τη δυνατότητα εκπομπής ιδεολογικού λόγου προνομιακή για τους Έλληνες. Η ελληνική πολιτική τάξη μπορεί να δημιουργήσει θρυαλλίδες ανάπτυξης νέων αμυντικών γραμμών για τη σύγχρονη δημοκρατία.
Ο χρόνος στον οποίο δρα πολιτικά σήμερα η Ευρώπη και εν όλω ο δημοκρατικός κόσμος είναι δανεικός. Η δυναμική του αυταρχισμού ενισχύεται εκτός και εντός των ορίων του δυτικού κόσμου. Αν υπάρχει μια συγκυρία στην οποία είναι ανάγκη να επιταχύνουμε τη δράση σε όλα τα επίπεδα και κυρίως να δώσουμε την ιδεολογική μάχη είναι σήμερα. Κάθε ολιγωρία στοιχίζει πολλαπλά, καθώς οι δυνατότητες των νέων μέσων ενισχύουν εκθετικά τη δύναμη του αυταρχικού μηνύματος. Το οπλοστάσιο όμως υπάρχει. Ας το ξεκλειδώσουμε.»
Αυτό βέβαια είναι και το πιο δύσκολο.





