Edition: International | Greek
MENU

Αρχική » Γνώμη

Καθημερινότητα και μεταρρυθμίσεις

Οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι η έλλειψη μεταρρυθμιστικής κουλτούρας στη χώρα μας και οι καταναγκασμοί της καθημερινότητας...

Από: Athanase Papandropoulos - Δημοσίευση: Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Σε όλη αυτήν την περίοδο όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις και όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα μη αναλαμβάνοντας την «ι-διοκτησία του προγράμματος», δηλαδή μη ενστερνιζόμενα την αναγκαιότητα και τους στόχους των μεταρρυθμίσεων, μη εφαρμόζοντας αυτά που συμφω-νούσαν με τους εταίρους, και προσφεύγοντας στους γνωστούς κλαυθμυρι-σμούς ότι «εμείς δεν θέλουμε αλλά οι ξένοι μας αναγκάζουν», στην πραγμα-τικότητα απονομιμοποίησαν, διέβαλαν και δαιμονοποίησαν στη συνείδηση του ελληνικού λαού τη σημασία και την αναγκαιότητα των πιο σημαντικών και απολύτως απαραιτήτων μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα δε δαιμονοποιήθηκε και η έννοια της μεταρρύθμισης που για κάποιο κόσμο θεωρείται το απόλυτο κακό.
Σε όλη αυτήν την περίοδο όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις και όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα μη αναλαμβάνοντας την «ι-διοκτησία του προγράμματος», δηλαδή μη ενστερνιζόμενα την αναγκαιότητα και τους στόχους των μεταρρυθμίσεων, μη εφαρμόζοντας αυτά που συμφω-νούσαν με τους εταίρους, και προσφεύγοντας στους γνωστούς κλαυθμυρι-σμούς ότι «εμείς δεν θέλουμε αλλά οι ξένοι μας αναγκάζουν», στην πραγμα-τικότητα απονομιμοποίησαν, διέβαλαν και δαιμονοποίησαν στη συνείδηση του ελληνικού λαού τη σημασία και την αναγκαιότητα των πιο σημαντικών και απολύτως απαραιτήτων μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα δε δαιμονοποιήθηκε και η έννοια της μεταρρύθμισης που για κάποιο κόσμο θεωρείται το απόλυτο κακό.

Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου

Μπορεί ο νέος πρωθυπουργός να είναι ισχυρός και με πολλά ατού στη φαρέτρα του, πλην όμως έχει απέναντι του την πραγματικότητα και αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα.

Ποιοι είναι άραγε όλοι αυτοί που με ποσοστό 31,5% κατέστησαν τον κ. Αλέξη Τσίπρα κυρίαρχο στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Ποιο είναι αυτό το κομμάτι του ελληνικού λαού, που σε τέσσερα χρόνια, θα μπο-ρούσε να ξαναφέρει τον απελθόντα πρωθυπουργό εκ νέου στην εξουσία;

Η απάντηση είναι πολύ απλή. Πρόκειται, χονδρικά, για τους Νεοέλληνες αντιμεταρρυθμιστές, ήτοι για όλους αυτούς που βολεύονται γενικά σε ακίνητες και συντεχνιακά δομημένες κοινωνίες, οι οποίες ως προς την υφή τους είναι επιρρεπείς στον ολοκληρωτισμό, αντιπαραγωγικές, ελάχιστα ανταγωνιστικές και σε προχωρημένο βαθμό εχθρικές προς τη γνώση.

Έτσι, μεταξύ των ψηφοφόρων του Σύριζα, εκτός άλλων, συναντά κανείς και όλους αυτούς που πολέμησαν την ασφαλιστική μεταρρύθμιση Γιαννίτση και «φέσωσαν» την Ελλάδα με 200 δις ευρώ περίπου. Στην ίδια κατηγορία για παράδειγμα, περιλαμβάνονται γιατροί του ΕΣΥ που αρνούνται την αξιολόγηση γιατί δήθεν αυτούς τους αξιολογούν οι  ασθενείς τους.

Δηλαδή μας κάνουν και πλάκα από πάνω. Στο 31,5% βρίσκουμε επίσης και όλους αυτούς που «οραματίζονται» μια παιδεία ευκολίας. Θέλουν δηλαδή ένα χαρτί που να βεβαιώνει ότι πέρασαν έξω από ένα εκπαιδευτικό Ίδρυμα, αλλά περί γνώσεων ούτε λόγος να γίνεται. Αυτός είναι και ο λόγος που προτιμούν τα Α.Ε.Ι. να είναι αχούρια.

Όλος αυτός ο κόσμος, ακούει τις λέξεις μεταρρύθμιση, αριστεία, ταλέντο, γνώση, πρόοδος και παθαίνει αλλεργία. Για την κατάσταση αυτή όμως, την ευθύνη δεν την φέρουν μόνον οι δεδηλωμένοι αντιμεταρρυθμιστές. Υπάρχουν και αυτοί που τους δημιούργησαν και που εντοπίζονται στο πολιτικό σύστημα συνολικά.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, όπως τονίζουν οι διαπρεπείς οικονομολόγοι Δημήτρης και Χρήστος Ιωάννου, πα-ρουσιάζουν δύο ειδών προβλήματα. Το πρώτο έγκειται στην προέλευση της έννοιας των μεταρρυθμίσεων και της αναγκαιότητάς τους κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των Μνημονίων.

Σε όλη αυτήν την περίοδο όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις και όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα μη αναλαμβάνοντας την «ιδιοκτησία του προγράμματος», δηλαδή μη ενστερνιζόμενα την αναγκαιότητα και τους στόχους των μεταρρυθμίσεων, μη εφαρμόζοντας αυτά που συμφω-νούσαν με τους εταίρους, και προσφεύγοντας στους γνωστούς κλαυθμυρισμούς ότι «εμείς δεν θέλουμε αλλά οι ξένοι μας αναγκάζουν», στην πραγματικότητα απονομιμοποίησαν, διέβαλαν και δαιμονοποίησαν στη συνείδηση του ελληνικού λαού τη σημασία και την αναγκαιότητα των πιο σημαντικών και απολύτως απαραιτήτων μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα δε δαιμονοποιήθηκε και η έννοια της μεταρρύθμισης που για κάποιο κόσμο θεωρείται το απόλυτο κακό.

Αυτό δημιουργεί ήδη ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα γιατί, όσο και αν ό-λοι υποστηρίζουν γενικόλογα ότι η απαλλαγή από τον ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται και με αποδοχή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, όταν η κοινωνία θα βρεθεί μπροστά σε συγκεκριμένες αλλαγές τότε θα αρχίσουν να λειτουργούν οι συγκεκριμένοι ψυχικοί μηχανισμοί προσκόλλησης στην υφιστάμενη πραγματικότητα, οι οποίοι αποτελούν ζωτικό στοιχείο της ελληνικής ιδιομορφίας.

Μηχανισμοί που μπορεί μεν να προϋπήρχαν της κρίσης, (όπως στην περίπτωση της "μεταρρύθμισης Γιαννίτση", για παράδειγμα, στο συνταξιοδοτικό), αλλά ενισχύθηκαν κατά θηριώδη τρόπο στη διάρκεια των Μνημονίων, με τους "αντιμνημονιακούς αγώνες".

Και εδώ υπάρχει το δεύτερο μεγάλο ζήτημα με τις μεταρρυθμίσεις το οποίο είναι το εξής: αντίθετα με τις λαϊκιστικές παροχές, τα πολιτικά οφέλη των οποίων είναι άμεσα για τον λαοπρόβλητο ηγέτη που τα προσφέρει, ενώ ο λογαριασμός παραδίδεται ετεροχρονισμένα και με ιστορική υστέρηση στον επόμενο ή ακόμη και στον μεθεπόμενο διαχειριστή της εξουσίας, στις μεταρρυθμίσεις συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο διότι αυτές έχουν, κατά κανόνα, πολύ αργή απόδοση και τα οφέλη τους, συνήθως, προκύπτουν πολύ καιρό μετά από την εφαρμογή τους.

Το ξεκίνημα μάλιστα των θετικών αποδόσεών τους μπορεί να μετατεθεί ακόμη μακρύτερα στο απώτερο μέλλον και για έναν επιπλέον λόγο: διότι, κατά την πρώτη περίοδο της εφαρμογής τους, αντιμετωπίζουν, (και το ξέρουμε αυτό πολύ καλά), τη λυσσώδη αντίδραση των κατεστη-μένων ομάδων συμφερόντων οι οποίες επωφελούνταν από την υπό μεταρρύθμιση κατάσταση, (δηλαδή αποκόμιζαν αθέμιτες προσόδους), εις βάρος της κοινωνίας, και χάνουν τα προνόμια τους από τις αλλαγές που υλοποιούνται. Ενώ την ίδιο στιγμή αυτοί οι οποίοι πρόκειται να ευνοηθούν, σε βάθος χρόνου, από τις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός, δεν έχει συνείδηση και δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για να τις υποστηρίξει.

Απαιτείται, συνεπώς, πολύ μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο, αλλά και πολύ μεγάλη θέληση για μία κυβέρνηση ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα αποδώσουν σε μεταγενέστερο ή και σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και μετά την αποχώρηση της ίδιας από την εξουσία.

Υπό παρόμοιες συνθήκες, θα πρέπει να δει κανείς πόσο αποφασιστική είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη να κάνει μεταρρυθμίσεις χθες, για να προ-λάβει το αύριο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Γνώμη

«Δεν μπορώ να πάρω ανάσα»

Από: EBR

Ένας περαστικός κατέγραψε στο κινητό του, μαζί με τη φωτογραφία, κι αυτή την σπαρακτική κραυγή του Τζορτζ Φλόιντ, του μαύρου Αμερικανού στη Μινεάπολη, που είχε κυριολεκτικά πατήσει στον λαιμό ο λευκός αστυνομικός, με αποτέλεσμα να πεθάνει από ασφυξία…

Ηλεκτρονική Έκδοση Τρέχοντος Τεύχους: 01/2020 2020

Περιοδικό

Τρέχον Τεύχος

01/2020 2020

Δείτε τα παλαιά τεύχη
Συνδρομή
Διαφημιστείτε
Ηλεκτρονική Έκδοση

Ευρώπη

Καλοκαιρινές διακοπές: το ΕΚ ζητά μεγαλύτερη σαφήνεια για τον τουρισμό εν μέσω κρίσης

Καλοκαιρινές διακοπές: το ΕΚ ζητά μεγαλύτερη σαφήνεια για τον τουρισμό εν μέσω κρίσης

Οι ευρωβουλευτές υποδέχτηκαν θετικά το πακέτο της Επιτροπής για τις μεταφορές και τον τουρισμό, ωστόσο πολλοί επεσήμαναν ότι χρειάζονται περισσότερες πρωτοβουλίες και οικονομική στήριξη

Οικονομία

Μήπως οι τράπεζες θέλουν αλλά δεν μπορούν;

Μήπως οι τράπεζες θέλουν αλλά δεν μπορούν;

Η παρούσα κρίση αναδεικνύει για ακόμα μία φορά τη γενικότερη αδυναμία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος να στηρίξει ένα ουσιαστικό αναπτυξιακό αφήγημα

EURACTIV.com - Feeds

All contents © Copyright EMG Strategic Consulting Ltd. 1997-2020. All Rights Reserved   |   Αρχική Σελίδα  |   Disclaimer  |   Website by Theratron