του
Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Με βάση τις δημοσκοπήσεις, ένα φιλελεύθερο πολιτικό σχήμα Δημοκρατικής Συμμαχίας και Δράσης θα ξεπερνούσε το 5% στις προσεχείς εκλογές, με προοπτική να πλησίαζε και το 7%. Συνεπώς, στο νέο ελληνικό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να έχει από 12 έως 18 βουλευτές και να είναι μία υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Επίσης, ένας τέτοιος πολιτικός σχηματισμός θα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό μιας κυβέρνησης με μεταρρυθμιστικό και ευρωπαϊκό χαρακτήρα, η οποία θα είχε και ισχυρή ευρωπαϊκή στήριξη από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πολιτικές παρατάξεις.
Αντί όλων αυτών, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η ΔΗΣΥ και η Δράση να μείνουν εκτός Βουλής, με αποτέλεσμα οι ψήφοι τις οποίες θα πάρουν να πριμοδοτήσουν το πρώτο σε ψήφους κόμμα. Ένα κόμμα, πάντως, που ούτε και αυτό θα μπορέσει να αξιοποιήσει την πριμοδότηση αυτή. Ακόμα χειρότερα, η απουσία φιλελεύθερων φωνών από την μετεκλογική Βουλή θα ενισχύσει τις αντικοινοβουλευτικές και ολοκληρωτικές δυνάμεις στην κοινοβουλευτική μας δημοκρατία, οι οποίες από καιρό τώρα απεργάζονται την κατάργησή της.
Ο γνωστός και λαμπρός καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος έγραφε προσφάτως στην εφημερίδα «Τα Νέα» τα ακόλουθα για τα μέλλοντα να συμβούν μετά τις προσεχείς εκλογές:
«Αν πλειοψηφήσει κοινοβουλευτικά η έστω εκλογικά ο εσμός των δυνάμεων της άρνησης, της απόρριψης και της απόδρασης (από την πραγματικότητα), άρα της αναπόφευκτης ακυβερνησίας –οι πρόσφατες δηλώσεις Παπαρήγα περί κυβερνητικής πρότασης του ΚΚΕ προκαλούν γέλιο (ή ρίγη)– τότε και πάλι το παρελθόν μπορεί να μάς προϊδεάσει για τα μελλούμενα: κατά τον 20ο αιώνα υπήρξαν δύο κραυγαλέες περιπτώσεις ευρωπαϊκών χωρών όπου απέκτησε πλειοψηφία η άτυπη «αρνητική» συμμαχία των δυνάμεων των άκρων, της απόρριψης και της αντισυστημικής αντιπολίτευσης. Αυτό συνέβη εν πρώτοις στην Γερμανία της Βαϊμάρης την περίοδο 1930-33 και ο καθένας ξέρει τί επακολούθησε. (Φαντάζομαι, πάντως, πως ο μεσοπολεμικός ηγέτης του ΚΚ Γερμανίας Έρνστ Τέλμαν, όταν σάπιζε στα ναζιστικά στρατόπεδα και μέχρι να αφήσει εκεί την τελευταία του πνοή, είχε τον χρόνο να σταθμίσει την «ευφυΐα» της κεντρικής πολιτικής επιλογής του κόμματός του να διευκολύνει τον Χίτλερ –δια της «συγκλίσεως των απορρίψεων»– να ανατρέψει την «αστική» δημοκρατία). Δεύτερον, σχετικά παρατεταμένη αδυναμία συγκρότησης κυβερνητικής πλειοψηφίας είχαμε και στην Ιταλία των μέσων της δεκαετίας του 1970. Εκεί, βέβαια, οι δυνάμεις της δομικά αντιπολιτευτικής Ακροδεξιάς ήταν πολύ πιο μετριοπαθείς. Και εκεί, ωστόσο, τα επόμενα χρόνια, άνθησε το αντάρτικο πόλεων και γιγαντώθηκαν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες με ό,τι αυτό σήμανε για την οικονομική και πολιτική ζωή της γείτονος επί δεκαετίες…».
Είναι λοιπόν σαφές ότι, μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, μπορεί να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου σε μιαν Ελλάδα που άγεται και φέρεται από τον λαϊκισμό, το μίσος και την πολιτική αγυρτεία. Αυτή την ώρα επέλεξαν οι φιλελεύθεροι για να δείξουν τον κατακερματισμό τους; Τούς ήταν τόσο δύσκολο να φωνάξουν παρών;




