του
Thierry Pach *
Ενώ η πραγματική οικονομία περνά δύσκολες ώρες στη Δύση, το ερώτημα είναι αν τα παθήματα από τις χρηματοπιστωτικές φούσκες έγιναν μαθήματα. Ίσως τίποτα να μην είναι λιγότερο βέβαιο. Καμμία χώρα μέχρι σήμερα δεν έχει πετύχει να ακολουθήσει μία μακροπρόθεσμη στρατηγική της ανάπτυξης, χωρίς παράλληλα να χτίσει ένα αποτελεσματικό τραπεζικό και οικονομικό σύστημα.
Η πίστωση αντιπροσωπεύει ένα απαραίτητο και απολύτως ουσιαστικό συστατικό στην διαρκή κινητοποίηση των οικονομικών δυνάμεων μιας χώρας.
Γι αυτό, άλλωστε, η ιστορία έχει χαρακτηριστεί από πολλές κρίσεις που δείχνουν ότι, πέρα από κάποιο κατώτατο όριο, η αύξηση των δραστηριοτήτων των τραπεζιτών και των χρηματοδοτών μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολές των πιστώσεων, που τελικά καταλήγουν στο να τραβούν την ανάπτυξη προς τα κάτω.
Η απαραίτητη χρηματοδότηση
Οι λιγότερο αναπτυγμένες οικονομικά χώρες είναι επίσης αυτές στις οποίες ο πληθυσμός δείχνει λιγότερη εμπιστοσύνη στα τραπεζικά συστήματα και που η αποταμίευση παίζει περιθωριακό ρόλο. Στις φτωχές χώρες, όπου τα εισοδήματα των νοικοκυριών μένουν αδύνατα, το μεγαλύτερο μέρος των αμοιβών αφιερώνεται στην κατανάλωση και το ποσοστό της αποταμίευσης βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο. Το εθνικό τραπεζικό σύστημα, επειδή είναι λίγο αναπτυγμένο, δεν θεωρείται σίγουρο. Η υπάρχουσα αποταμίευση παίρνει μάλλον την μορφή του μετρητού χρήματος για την πλειοψηφία του πληθυσμού, ενώ τα πρόσωπα με υψηλά εισοδήματα κινητοποιούνται μάλλον στις ξένες τράπεζες στις οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση.
Με τον ίδιο τρόπο, οι εταιρείες έχουν δυσκολία να αναπτυχθούν και χρησιμοποιούν κατά προτεραιότητα τα οικογενειακά δίκτυα της χρηματοδότησης και πολύ λίγο αυτά της πίστωσης: π.χ. την περίοδο 2008-2012 το σύνολο της τραπεζικής πίστωσης αντιπροσώπευε το 7,8% του ΑΕΠ στο Τσαντ και το 18% στην Μπουρκίνα Φάσο, δύο πολύ φτωχές χώρες, αλλά αντιπροσώπευε το 111% στο Μαρόκο και το 159% στην Ταϋλάνδη, δύο αναπτυσσόμενες χώρες. Οι επιχειρήσεις δεν έχουν σχεδόν καθόλου πρόσβαση στην έκδοση μετοχών κα δανείων υπό μορφή ομολόγων: οι τοπικές χρηματαγορές μένουν επομένως περιορισμένες.
Επομένως, η οικονομική ανάπτυξη και η χρηματοπιστωτική οικονομία πηγαίνουν μαζί. Οι οικονομολόγοι το εξηγούν με αρκετά στοιχεία. Οι χρηματαγορές και οι τράπεζες μειώνουν τα κόστη της συναλλαγής: όταν ένας αποταμιευτής εμπιστεύεται το χρήμα του σε έναν επενδυτή (τράπεζα, ασφαλιστικά ταμεία, επενδυτικά προγράμματα, …), αυτός παίζει ουσιαστικά τον ρόλο του μεσάζοντος για να επενδύσει ή να δανείσει σε εκείνους που έχουν ανάγκη. Η χρηματοοικονομία, επομένως, επιτρέπει την διανομή της διαθέσιμης αποταμίευσης προς τις εταιρείες ή τους τομείς που επιθυμούν να αναπτύξουν την δραστηριότητά τους και σε διεθνές επίπεδο, προς χώρες που είναι διατεθειμένες να χρηματοδοτήσουν την έρευνά τους για τις οικονομικές και τις κοινωνικές υποδομές τους (μεταφορές, εκπαίδευση, …).
Τελικά, η χρηματοοικονομία είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στην διαχείριση των κινδύνων: οι οικονομίες λειτουργούν και αναπτύσσονται επειδή οι τράπεζες ή οι επενδυτές δέχονται να πάρουν ρίσκα.
Το κάνουν δανείζοντας σε νοικοκυριά ή σε εταιρείες για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με σταθερά επιτόκια, για να τους επιτρέψουν να επενδύσουν σε κατοικίες ή σε μηχανές. Επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να προστατεύονται από τις αλλαγές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες ή από την αλλαγή της τιμής του πετρελαίου, προτείνοντάς τους να αγοράσουν σε μία σταθερή τιμή εκ των προτέρων. Επίσης, η χρηματοοικονομία επιτρέπει στις νέες επιχειρήσεις με αβέβαιο μέλλον να βρουν τα απαραίτητα μέσα για την ανάπτυξη των καινοτομιών που θα δημιουργήσουν τα προϊόντα του αύριο. Χρηματοδοτεί έτσι την έρευνα και ανάπτυξη, που παίζει σημαντικό ρόλο στην εποχή μας.
Προσοχή στις υπερβολές
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι, αν η ανάπτυξη των κυκλωμάτων της χρηματοδότησης αποδεικνύεται απαραίτητη για την λειτουργία και την μεγέθυνση των οικονομιών, η επαναλαμβανόμενη τάση σε φούσκες των πιστώσεων και της τιμής του ενεργητικού (μετοχές, κτηματαγορά, …) αποδεικνύει περίτρανα ότι, πέρα από ένα κατώτατο όριο, η χρηματοοικονομία ασκεί μία πολύ αρνητική επίδραση στην δυναμική των δραστηριοτήτων. Οι υπερβολές της χρηματοοικονομίας έχουν κατ’ αρχάς σαν αποτέλεσμα την μείωση των κερδών της παραγωγικότητας μιας οικονομίας –και τούτο διότι νοθεύουν τις λειτουργίες της.
Έτσι, δύο ερευνητές της Τράπεζας των διεθνών κανόνων (BRI) έχουν αποδείξει ότι, ενώ η πίστωση στον ιδιωτικό τομέα φθάνει περίπου στο 100% του ΑΕΠ μιας χώρας, η αύξηση της παραγωγικότητας ανά μισθωτό μειώνεται. Η αρνητική επίδραση είναι ακόμη πιο ισχυρή εάν συγκεντρώνεται σε μία και μόνη τραπεζική πίστωση στον ιδιωτικό τομέα. Μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό το συμπέρασμα: ξεκινώντας από μία διχάλα 80%-100% του ΑΕΠ, η οικονομική αύξηση φέρνει τελικά αρνητικά αποτελέσματα.
Γιατί; Όσο η αύξηση των πιστώσεων έχει μία πραγματική δραστηριότητα, το οικονομικό σύστημα παίζει θετικό ρόλο. Όμως, όλες οι οικονομικές φούσκες πλήττονται από το ίδιο φαινόμενο: αφού οι «έξυπνοι» και οι ειδικοί βρίσκουν νέους τρόπους για να κερδίσουν χρήματα, μέρος της ανάπτυξης της πίστωσης για να πραγματοποιήσει νέες χρηματοδοτήσεις διακυβεύεται σε στοιχήματα με νέα προϊόντα. Η κύρια κρίση του χρέους στις μέρες μας προέρχεται από τραπεζίτες που δανείζονται για να κερδοσκοπήσουν. Τα αιτήματα για αυτά τα οικονομικά προϊόντα αυξάνονται, η τιμή τους επίσης, παρουσιάζονται μάλιστα νέα αιτήματα πίστωσης για να στοιχηματίσουν ακόμη περισσότερο, κ.ο.κ. –μέχρι την στιγμή που η φούσκα εκρήγνυται. Και οι τράπεζες βρίσκονται σε ένα σημείο όπου η αξία των στοιχείων τους είναι λιγότερη από το χρέος τους.
Αυτό μεταφράζεται από μία τραπεζική κρίση που έχει γενικά την συνέπεια να αποδυναμώνονται τομείς που έχουν τάση να μειώνουν τις πιστώσεις τους στην οικονομία, η οποία χάνει τότε μία από τις βασικές της δυνάμεις. Οι περίοδοι της υπερβολής των πιστώσεων και της φούσκας των τρεχουσών τιμών υπογραμμίζουν τότε πόσο το οικονομικό σύστημα μπορεί να γίνει ένας τόπος μετάδοσης των κινδύνων αντί για τοποθετήσεις που θα μπορούσε να τις διαχειριστεί. Στα άδυτα αυτών των τομέων, οι ελεγκτές των κινδύνων –που έχουν δει από μέσα την γιγάντωση της κρίσης– γενικά δεν έχουν εισακουστεί: οι προοπτικές των κερδών είναι υπερβολικά ισχυρές, έτσι ώστε οι μέτοχοι και οι ηγέτες να δέχονται πια να μην θρέψουν την κερδοσκοπία και την αποδοτικότητα των κεφαλαίων που την συνοδεύουν. Ειδικά όταν αυτό μεταφράζεται με την διανομή μερισμάτων και υψηλών ανταμοιβών.
Οι σχέσεις των δανείων ανάμεσα στα οικονομικά ιδρύματα, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, συμβάλλουν επίσης σημαντικά σε διάδοση του κινδύνου. Καθένας που δανείζει ή που δανείζεται, θέλει να επωφεληθεί της φούσκας σε οικονομικά προϊόντα που σύντομα θα αποκαλυφθούν τοξικά. Έτσι, τα προβλήματα της Lehman Brothers –μιας μεσαίας αμερικανικής τράπεζας που αναπτύχθηκε μέσα στον κυκεώνα της πίστωσης στα ακίνητα στους φτωχότερους Αμερικανούς– παρ’ ολίγον να συμπαρασύρει το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα το 2008.
Ουσιαστικό συστατικό στην δυναμική του καπιταλισμού, η χρηματοοικονομία μπορεί επίσης να καταστεί, με τις υπερβολές της, ένα δηλητηριώδες λουλούδι. Είναι αυτές οι δύο αιτίες που μια οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει σε διάρκεια, παρά μόνον εάν υπάρχει αποτελεσματική ρυθμιστική πολιτική και δημόσιος έλεγχος των τραπεζών και των οικονομικών αγορών.
* Διευθυντής HR στην Elbisco ΑΒΕΕ
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Από ένα όριο και μετά, η υπερβολική χρηματοδότηση της οικονομίας μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές παρενέργειες

Όσο η αύξηση των πιστώσεων έχει μία πραγματική δραστηριότητα, το οικονομικό σύστημα παίζει θετικό ρόλο. Όμως, όλες οι οικονομικές φούσκες πλήττονται από το ίδιο φαινόμενο: αφού οι «έξυπνοι» και οι ειδικοί βρίσκουν νέους τρόπους για να κερδίσουν χρήματα, μέρος της ανάπτυξης της πίστωσης για να πραγματοποιήσει νέες χρηματοδοτήσεις διακυβεύεται σε στοιχήματα με νέα προϊόντα.




