του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου
«Ευρώπη, Ευρώπη, Ευρώπη», φώναζαν μεθυσμένοι από χαρά οι υποστηρικτές του Peter Magyar την Κυριακή 12η Απριλίου, όταν έμαθαν για τη νίκη του ηγέτη τους μετά από δεκαέξι χρόνια διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν. Μια ηχηρή επιτυχία, ακόμη πιο ευρεία από αυτήν που περίμεναν οι δημοσκόποι. Όπως μου είπε στο τηλέφωνο ο συνάδελφος Τζαμπα Κις, ο ουγγρικός λαός είχε σιχαθεί τη διαφθορά και τον τυφλό αυταρχισμό ενός καθεστώς που είχε γίνει ασύδοτο. Η ελπίδα για μιαν ακόμη φορά είχε κινητοποιήσει τον ουγγρικό λαό.
Αυτή η επιτυχία χαιρετίστηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από το Παρίσι μέχρι το Βερολίνο, μέσω Βρυξελλών, Κιέβου και Λονδίνου. Είναι καιρός για ευφορία και μπορούμε να το καταλάβουμε.
Επίσης υπάρχει και ένας άλλος λόγος που προκαλεί ικανοποίηση από την πολιτική επιλογή των Ούγγρων και ιδιαιτέρως των νέων αυτής της χώρας.
Στη σημερινή διχαστική εποχή μας στην οποία οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες και οι θεσμοί τους δοκιμάζονται σκληρά, οι ουγγρικές εκλογές θέτουν ένα νέο σημείο αναφοράς. Όχι, δεν είναι αλήθεια ότι οι Ευρωπαίοι
πολίτες έχουν γίνει ψηφοφόροι υπό επιρροή, χειραγωγούμενοι κατά βούληση. Ούτε είναι αλήθεια ότι οι ίδιοι άνθρωποι, κουρασμένοι από τις αθετημένες υποσχέσεις των κυβερνήσεων τους στην εξουσία, έχουν απομακρυνθεί από την κάλπη: η κινητοποίηση ρεκόρ στην Ουγγαρία αποδεικνύει το αντίθετο. Όπως δεν είναι αλήθεια ότι αυτοί οι νέοι της Ουγγαρίας - και κατ’ επέκταση της Ευρώπης - είναι εντελώς αηδιασμένοι με τη δημοκρατική ζωή, σε σημείο να απορρίπτουν τους κώδικες και τα έθιμά της.
Υπάρχουν ωστόσο πρόσφατες έρευνες που εγείρουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με αυτό το θέμα. Η τελευταία έκδοση της μελέτης «Επόμενες γενιές» του Ιδρύματος Allianz ανακαλύπτει να υπάρχει στους νέους Ευρωπαίους, μια κάποια προτίμηση για νοσταλγία, πόλωση και αντιδραστικές ιδέες, ακόμη και έγκριση της βίας. Ευτυχώς, το χειρότερο δεν είναι ποτέ σίγουρο. «Στις δημοκρατίες, κάθε γενιά είναι ένας νέος λαός», έγραψε ο Τοκβίλ. Η ουγγρική νεολαία ξύπνησε, προς το καλύτερο. Τουλάχιστον για την Ευρώπη, αποφασίζοντας να διώξει τον Όρμπαν από το παλάτι του.
Όπως το 1848, όπως το 1956, όπως και το 1989, ο ουγγρικός λαός εξέφρασε για άλλη μια φορά την αποφασιστικότητά του να κερδίσει την πολιτική του ελευθερία και να αποκαταστήσει την εθνική του αξιοπρέπεια την Κυριακή 12 Απριλίου. Τον δέκατο ένατο αιώνα, ήταν ζήτημα απαλλαγής από τηνκηδεμονία των Αμβουργών της Αυστρίας, στον 2ο αιώνα οι Ούγγροι αποφάσιζαν να βάλουν τέλος στην κυριαρχία της σοβιετικής Ρωσίας και της βίας που συνεπαγόταν. Αυτή τη φορά θέλησαν και πέτυχαν να ρίξουν ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που χτίστηκε από τον Β. Όρμπαν για 16 χρόνια. Σε κάθε σημαντικό στάδιο της σύγχρονης ιστορίας της, η μικρή Ουγγαρία έστειλε ένα μήνυμα δημοκρατικής ελπίδας που αντηχεί στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει.
Το πρώτο μήνυμα από τη Βουδαπέστη απευθύνεται σε όλους τους αυταρχικούς και σε όσους μπαίνουν στον πειρασμό να τους μιμηθούν: η εναλλακτική λύση του αυταρχισμού και του λαικισμού στη φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι ένα βιώσιμο μοντέλο. Η χρήση ενός κρατικού μηχανισμού στην υπηρεσία ενός ανθρώπου και των φίλων του καταλήγει πάντα να στρέφεται εναντίον της κυβέρνησης. Είναι ευτυχές το γεγονός ότι οι Ούγγροι μπόρεσαν να γυρίσουν σελίδα με ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο.
Το δεύτερο μάθημα είναι ότι η αποτυχία του Όρμπαν είναι πρωτίστως οικονομική. Μια υποτιθέμενη «κυρίαρχη» οικονομία, όπου το κράτος ασκεί την κυριαρχία του στην αγορά, επιφυλάσσει δημόσιες εντολές για τους πιστούς του και υποδουλώνει θεσμούς που θα έπρεπε να είναι ανεξάρτητοι (δικαστικό σώμα, κεντρική τράπεζα, συνταγματικό δικαστήριο, μέσα ενημέρωσης κ.λπ.), δεν λειτουργεί. Προωθεί τον νεποτισμό και τη δωροδοκία.
Τρίτον, η Ευρώπη βγήκε ισχυρότερη από τη δοκιμασία. Ο νικητής των εκλογών, Peter Magyar, υποσχέθηκε ότι η Ουγγαρία θα είναι «και πάλι ευρωπαϊκή χώρα». Η αποπομπή του Όρμπαν αφαιρεί τους μοχλούς που πρόσφερε η συνεργασία του στη Μόσχα και το Πεκίνο για να επηρεάσουν τις αποφάσεις των Βρυξελλών. Ενισχύει την Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία, εγκρίνοντας την επικείμενη αποδέσμευση του ευρωπαϊκού μεγάλου δανείου ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ υπέρ του Κιέβου.
Τέταρτον, το εκλογικό αποτέλεσμα προκαλεί μια συντριπτική οπισθοδρόμηση στην ανελεύθερη διεθνή. Η Μαρίν Λεπέν της Γαλλίας, η Αλίς
Βάιντελ της Γερμανίας, ο Γκέερτ Βίλντερς της Ολλανδίας, ακόμη και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, είχαν ταξιδέψει στη Βουδαπέστη για να υποστηρίξουν τον Ορμπάν στην προεκλογική του εκστρατεία. Η ήττα του είναι και δική τους «Οι κοινωνίες δεν χρειάζονται να είναι φιλελεύθερες για να είναι ευτυχισμένες.» είχε δηλώσει ο Ούγγρος πρωθυπουργός το 2014. Δικαιολόγησε έτσι την τριπλή αντίθεσή του στο κράτος δικαίου, κατηγορούμενος για επιβολή αφόρητων νομικών προτύπων, στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ύποπτες για περιορισμό της κυριαρχίας, και στον κοινωνικό προοδευτισμό, που θα υπονόμευε την εθνική συνοχή και ταυτότητα. «Ο Όρμπαν ήταν «ο Τραμπ πριν από τον Τραμπ», είπε ο Στιβ Μπάνον. Η Αμερική του Τραμπ είδε σε αυτόν τον καλύτερο φορέα του αγώνα που κήρυξε για την κατάλυση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Δεν βλέπουμε ποιος σήμερα θα μπορούσε να πάρει τη σκυτάλη τόσο αποτελεσματικά όσο αυτός».
Η κληρονομιά του, ωστόσο, δεν πρόκειται να εξατμιστεί σύντομα. Ο Όρμπαν αντιλήφθηκε πριν από άλλους ότι η υπερβολική πόλωση θα μπορούσε να είναι μια νικηφόρα τακτική, ότι η ανεξέλεγκτη μετανάστευση ήταν απωθητική για τους ευρωπαϊκούς λαούς, ότι η πολιτιστική ανασφάλεια που δημιουργείται από τεχνολογικές και κοινωνικές αναταραχές θα μπορούσε να γίνει ένα ισχυρό εκλογικό καύσιμο. Αυτά τα μαθήματα θα συνεχίσουν να σημαδεύουν την Ευρώπη.
«....Παρά τη διαίσθησή του, ο Βίκτορ Όρμπαν είχε έρθει αντιμέτωπος με τα όρια του αυταρχικού συστήματος, που είχε ήδη διατυπωθεί τον δέκατο ένατο αιώνα από τον Βρετανό Λόρδο Άκτον: «Η εξουσία τείνει να διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία να διαφθείρει απόλυτα». Όταν η πολιτική εξουσία συγχωνεύεται με την οικονομία, το σύστημα παύει να είναι στην υπηρεσία του έθνους και εξυπηρετεί τον εαυτό του. Και αυτό είναι το τελευταίο μάθημα της ήττας του Όρμπαν: η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει πολλά ελαττώματα, αλλά, όπως θα έλεγε ο Τσόρτσιλ, οι εναλλακτικές λύσεις είναι πολύ χειρότερες....», γράφει ο Λυκ ντε Μπρότς, στο γαλλικό «Εξπρές» και ξέρει τι λέει.




