του
Κώστα Χρήστου
Η απομόχλευση, που μέχρι πρότινος ήταν ένας όρος σχεδόν ταμπού, αναμένεται να γίνει πρωταγωνιστής σημαντικών αλλαγών της παγκόσμιας οικονομίας και φυσικά, του τραπεζικού τομέα.
Πριν την παγκόσμια κρίση του 2008, οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν επιδοθεί σε έναν φρενήρη ρυθμό εγχώριων, αλλά και διασυνοριακών δανειοδοτήσεων, μέσω των θυγατρικών τους. Το άφθονο, και κυρίως φτηνό χρήμα, οδήγησε στην αύξηση της τραπεζικής κερδοφορίας και στην γενικότερη οικονομική ευημερία. Κατά τη διαδικασία αυτή, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έγιναν υπερβολικά μοχλευμένες και ουσιαστικά εξαρτημένες από στρατηγικές βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης. Ήδη το 2011, οι τράπεζες της ευρωζώνης έφταναν να είναι 3.5 φορές μεγαλύτερες του συνολικού ΑΕΠ της.
Στην πραγματικότητα, η άναρχη υπερμόχλευση οδήγησε την παγκόσμια οικονομία στο χείλος της καταστροφής. Οι τράπεζες κλήθηκαν να αναθεωρήσουν συνολικά το επιχειρηματικό μοντέλο τους, εν μέσω, μάλιστα, αναμόρφωσης του διεθνούς κανονιστικού πλαισίου. Η αντίδραση παντού ήταν παρόμοια. Aύξηση κεφαλαίου, μείωση του υπερβολικού δανεισμού, πώληση θυγατρικών και έμφαση στις καταθέσεις ως κύρια πηγή χρηματοδότησης.
Παρόλα αυτά, οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν εξαιρετικά επισφαλείς. Τούτο έγκειται σε ένα βαθμό στο γεγονός ότι δεν έχει προχωρήσει όσο θα έπρεπε η απομόχλευση, ειδικά των μεγάλων τραπεζών. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, εώς το τέλος του 2013, η απαιτούμενη απομόχλευση θα ανέλθει στα $2.9τρις! Μαζί με αυτό, χρειάζεται να συνυπολογιστεί και η άσκηση από την ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA 2013), η οποία έδειξε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να έχουν ένα σημαντικό κεφαλαιακό έλλειμμα σε σχέση με τα καθαρά κέρδη τους.
Με τα τρέχοντα δεδομένα, ο τραπεζικός τομέας ουσιαστικά δεν επιλέγει την απομόχλευση, απλά οδηγείται σε αυτήν. Δεν είναι σίγουρο ότι οι τράπεζες θα διάλεγαν την απομόχλευση, αν δεν αναγκάζονταν από τις παρούσες πολιτικοοικονομικές συνθήκες. Συνθήκες οι οποίες ευνοούν την λιτότητα και την αναζήτηση εσωτερικών χρηματοδοτήσεων, ενώ θέτουν και αυστηρότερα ρυθμιστικά πλαίσια.
Άλλωστε, μια σπασμωδική και χωρίς κατεύθυνση απομόχλευση μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, καθώς η μείωση του δανεισμού θα επέτεινε την οικονομική ύφεση. Το ρίσκο αυτό είναι σημαντικά μεγαλύτερο στον μαστιζόμενο από δομικά προβλήματα ευρωπαϊκό Νότο και αυτό γιατί, όπως είναι γνωστό, οι τράπεζες εξαρτώνται από τις οικονομίες εντός των οποίων δραστηριοποιούνται. Στο μεταξύ, δεν μπορεί να γίνει και οποιαδήποτε ασφαλής εκτίμηση για το χρόνο που θα κρατήσει η οικονομική απομόχλευση του κρατικού τομέα. Μάλιστα, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η ιστορική εμπειρία της Φινλανδίας και της Σουηδίας, στις οποίες η απομόχλευση διήρκεσε γύρω στα 6 έτη, δεν συνηγορεί στο να χρησιμοποιηθούν ως μοντέλα εκτίμησης σχετικά με το τι θα συμβεί στον Νότο, λόγω διαφορετικής κουλτούρας και πρωτόγνωρων οικονομικών συνθηκών.
Σε κάθε περίπτωση, ο περισσότερος κόσμος αγνοεί ότι μερικές από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες βαδίζουν σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η Crédit Agricole και η Deutsche Bank, με €89,4δις και €89,3δις αντίστοιχα, είναι οι πλέον εκτεθειμένες. Το «παζλ του τρόμου» συμπληρώνουν οι Barclays και BNP Paribas, με €76,1δις η πρώτη και €74,4δις η δεύτερη. Η συμμετοχή της Γαλλίας με δύο συστημικές τράπεζες στην λίστα δεν είναι τυχαία καθώς, αργά ή γρήγορα, είναι αναγκαίο να βρει €300δις για την στήριξη του τραπεζικού της τομέα!
Οι περισσότεροι αναλυτές συναινούν στο ότι πέντε χρόνια μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ασχοληθεί ελάχιστα με την απομόχλευση. Αν ρίξουμε μια ματιά στην αναλογία εκκρεμών δανείων/καταθέσεων (LTD) των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών, θα πάρουμε ένα αριθμό (1.15) αυξημένο κατά 60% συγκριτικά με τις αμερικάνικες τράπεζες (0.72). Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι ο αντίστοιχος αριθμός υπήρχε και στην αμερικάνικη τραπεζική κατάρρευση του 2007. Όμως, το βρετανικό hedge fund SLJ Macro Partners προειδοποιεί ότι ακόμη και αν οι ευρωπαϊκές τράπεζες τα επόμενα χρόνια εξισώσουν τον δείκτη LTD με αυτό τον ΗΠΑ και αν οι καταθέσεις παραμείνουν σταθερές, τότε θα υπάρξει μείωση του διασυνοριακού δανεισμού κατά 60%! Κάτι τέτοιο μεταφράζεται σε συνολικές περικοπές δανείων ύψους $7.3δις, αλλά και σε σημαντική επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών που θα αναγκαστούν να αναζητήσουν εναλλακτικά κανάλια χρηματοδότησης.
Όπως και να έχει, οι 10 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες αποτελούν σχεδόν το 40% του συνολικού ενεργητικού του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Για να ικανοποιήσουν τα νέα ρυθμιστικά πλαίσια, επιβάλλεται να περικόψουν πάνω από €600δις ευρώ περιουσιακών στοιχείων, αλλά και να δημιουργήσουν κεφάλαια δεκάδων δις ευρώ. Ενδεικτικά, η Deutch Bank, που αρχικά σχεδίαζε να μειώσει το κόστος κατά €4.5 δισεκατομμύρια μέχρι το 2015, προσανατολίζεται πλέον σε περαιτέρω άντληση κεφαλαίων. Αυτό θα γίνει μέσω πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων και πρόσθετων μέτρων εξυγίανσης. Βέβαια, υπάρχει και η εξαίρεση της ήδη υπερεκτεθειμένης BNP Paribas, που έπειτα από μια περίοδο έντονων περικοπών, έχει δηλώσει τις προθέσεις της για περαιτέρω επέκταση σε Γερμανία και Ασία.
Καθώς διαφαίνεται, οι τράπεζες πιέζονται διαρκώς να αναθεωρήσουν τις προβλέψεις τους προς τα κάτω και να προσαρμοστούν στους ολοένα και αυστηρότερους τραπεζικούς κανόνες που θέτουν κράτη και αγορές. Επομένως, αργά η γρήγορα, θα αρχίσει ένας ατέρμονος «χορός» εξαγορών και συγχωνεύσεων. Σύμφωνα με την McKinsey, οι ευρωπαϊκές Τράπεζες (εντός και εκτός Ευρωζώνης) προτίθενται να πουλήσουν περίπου 720 επιχειρήσεις, ώστε να αντλήσουν κεφάλαια και να προσελκύσουν επενδύσεις. Μα αυτή την φορά, το συντριπτικό ποσοστό των αγοραστών θα είναι εκτός Ευρώπης. Άλλωστε, σε όρους κεφαλαιοποίησης, μόνο 2 στις 20 μεγαλύτερες τράπεζες είναι ευρωπαϊκές (HSBC, Santander).
Στην Ελλάδα, οι τράπεζες εφήρμοσαν σημαντική απομόχλευση, ενόψει και των επερχομένων stress tests. Σύμφωνα με τον δείκτη προβλέψεως συστημικού κινδύνου SRISK, η Τράπεζα Πειραιώς μείωσε την μόχλευση από 350% σε 10%, η Alpha με την εξαγορά της Εμπορικής μείωσε την έκθεσή της από €2,8δις σε €0,8δις, ενώ η ΕΤΕ αύξησε την κεφαλαιακή της βάση κατά €9,7δις. Τους τελευταίους μήνες, παρατηρείται αντίστοιχη μείωση της εξάρτησης των ελληνικών τραπεζών από τον ELA (λόγω αξιοποίησης των ομολόγων του ΤΧΣ), αλλά και κάποια σταθεροποίηση εν σχέσει με την ΕΚΤ. Όμως, κάθε άλλο παρά ρόδινα είναι τα πράγματα για την ελληνική τραπεζική. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο προέρχεται από την αλματώδη αύξηση των τραπεζικών εγγυήσεων προς το ευρωσύστημα. Κάτι τέτοιο ίσως προεξοφλεί την περαιτέρω ύφεση των ακινήτων και την αδυναμία είσπραξης δανείων σε συνδυασμό με την γενικότερη συρρίκνωση της οικονομίας.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες επιβάλλεται άμεσα να ξυπνήσουν από τον λήθαργο και να αντιληφθούν ότι τα περιθώρια αντίδρασης στενεύουν δραματικά. Αντιστοίχως, οι τραπεζίτες θα ήταν ωφέλιμο να αντιμετωπίσουν την απομόχλευση και την αύξηση των εποπτικών κεφαλαίων τους ως επιτακτικές προτεραιότητες. Φυσικά, ο δρόμος της απομόχλευσης είναι γεμάτος από αγκάθια όπως η πώληση περιουσιακών στοιχείων σε συμφέρουσες τιμές, το ίδιο και η διευθέτηση των στεγαστικών και εμπορικών δανείων σε περίοδο έντονης ύφεσης.
ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΧΛΕΥΣΗΣ
Ο κύκλος διόγκωσης των εθνικών χρεών έφτασε στο τέλος του δίνοντας την θέση του σε ένα παρατεταμένο κύκλο απομόχλευσης, που καλούνται να εφαρμόσουν προσεκτικά οι ευρωπαϊκές τράπεζες.

Με τα τρέχοντα δεδομένα, ο τραπεζικός τομέας ουσιαστικά δεν επιλέγει την απομόχλευση, απλά οδηγείται σε αυτήν. Δεν είναι σίγουρο ότι οι τράπεζες θα διάλεγαν την απομόχλευση, αν δεν αναγκάζονταν από τις παρούσες πολιτικοοικονομικές συνθήκες. Συνθήκες οι οποίες ευνοούν την λιτότητα και την αναζήτηση εσωτερικών χρηματοδοτήσεων, ενώ θέτουν και αυστηρότερα ρυθμιστικά πλαίσια.




