του
Νικ. Λ.Γ. Λιναρδάτου
Για άλλη μια φορά πέρασε απαρατήρητο μικροειδησούλα. Και όμως έχει οργανωθεί σχετικό workshop (όπως αυτοχαρακτηρίζεται) από το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού τις 19 Απριλίου του περασμένου χρόνου με συμμετοχή 53 επιστημόνων και άλλων επαϊόντων. Στις 23 Οκτωβρίου πέρυσι εμίλησε γι’ αυτό, σε συζήτηση που οργάνωσαν δύο επιτροπές της Βουλής (Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων) και η Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας. Ίσως κάποια μονόστηλα. Περιλαμβάνεται στους νόμους 4093/2012 (υποπαράγραφος ΙΑ.3) και 4111/2013, όπως αναφέρθηκε στις δύο προαναφερθείσες εκδηλώσεις. Νόμοι που αναφέρονται στην εκτέλεση προβλέψεων του 2ου Μνημονίου και το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής 2013-2016. Πρόσφατη (26 Απριλίου) αναφορά από τον υφυπουργό Εργασίας Β. Κεγκέρογλου. Γενικό θέμα: Συζήτηση, προσεγγίσεις και προτάσεις ενόψει της πολιτικής εφαρμογής του μέτρου.
Και το μέτρο; Αντιγράφω από ρεπορτάζ της Χριστίνας Κοψίνη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 23ης Απριλίου: «Οι υπουργικές αποφάσεις για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο αποτελεί και μνημονιακή υποχρέωση (η υπογράμμιση δική μου), αναμένονται εντός των προσεχών ημερών […] Το γενικό σύστημα ελάχιστου εισοδήματος [προτείνεται] να μην αποτελεί μονοδιάστατη χορήγηση χρηματικών παροχών, αλλά να συνθέτει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα κοινωνικών παρεμβάσεων βασισμένων στους εξής τρεις πυλώνες: 1. Μία προνομιακή παροχή εισοδηματικής ενίσχυσης, που εξασφαλίζει σε κάθε φτωχό πολίτη ένα εγγυημένο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης. / 2. Ένα πακέτο ποιοτικών υπηρεσιών φροντίδας για άτομα που αντιμετωπίζουν πρόσθετα προβλήματα εξαιτίας ηλικίας, ασθένειας ή αναπηρίας. / 3. Ένα πρόγραμμα ενεργοποίησης και προώθησης στην αγορά εργασίας ανέργων…».
Σε άρθρο του, με αφορμή το ρεπορτάζ Κοψίνη, ο διευθυντής συντάξεως και αρθρογράφος της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ Νίκος Κωνσταντάρας γράφει στην κυριακάτικη έκδοση (29 Απριλίου) της εφημερίδας :
«Αυτό θα είναι ένα σημαντικότατο κοινωνικό άλμα, όχι μόνο από τη σημερινή κατάσταση που ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιέξοδο, αλλά και σε σχέση με τα χρόνια της “ευημερίας”, όταν ξοδεύονταν τεράστια ποσά σε κοινωνικές δαπάνες, αλλά τα περισσότερα χρήματα πήγαιναν στα πλουσιότερα στρώματα. Το Μνημόνιο θέτει σαφές χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή του μέτρου …». Το μέτρο λοιπόν του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος προβλέπεται πως θα εφαρμοστεί σε δύο στάδια. Ένα πρώτο, πιλοτικό, σε δύο περιοχές της χώρας μέσα στο 2014. Και ένα δεύτερο, κατά το οποίο η εφαρμογή θα γενικευθεί μέσα στο 2015 σε ολόκληρη τη χώρα.
Ή, με ελάχιστες εξαιρέσεις, παραγνώριση ενός τόσο σοβαρού θέματος προκαλεί κατάπληξη. Το βράδυ της Κυριακής, έχοντας διαβάσει το άρθρο Κωνσταντάρα, έθεσα σε φιλική συγκέντρωση το ερώτημα τι εγνώριζαν περί ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ελλάδα. Γενική άγνοια από ανθρώπους, που λόγω επαγγέλματος ή θέσεως, παρακολουθούν τα συμβαίνοντα στη χώρα. Οι πηγές μας, τα Μ.Μ.Επικοινωνίας, περί άλλα τυρβάζουν. Αν επρόκειτο περί οργής, λιμού, λοιμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας … άλλη θα ήταν η στάση τους. Η αισιόδοξη είδηση βλάπτει την υγεία των πολιτών!
Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Μάνος Ματσαγγάνης και η Χρύσα Λεβέντη, ερευνήτρια και υποψήφια διδάκτωρ, σε άρθρο τους στο Ενημερωτικό Δελτίο 3/2012 της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών παρατηρούν: «Στις σημερινές συνθήκες θα περίμενε κανείς ότι μια τέτοια ιδέα θα βρισκόταν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και της πολιτικής διαμάχης. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει. Η ανάγνωση των εκλογικών προγραμμάτων Μαΐου και Ιουνίου 2012 δείχνει ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις (Δημοκρατική Αριστερά και Συνασπισμός Δημοκρατικής Αριστεράς) το θέμα δεν έχει απασχολήσει τα επιτελεία των κομμάτων».
Για να συμπληρωθεί η εικόνα, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα εφαρμόζεται σε όλες τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε εθνικό επίπεδο, εκτός από την Ιταλία, Ισπανία και Ουγγαρία, όπου εφαρμόζεται σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Τέλος το μέτρο έχει αποτελέσει κατά καιρούς πρόταση των Βρετανών Φιλελευθέρων, των Σκανδιναβών σοσιαλδημοκρατών, των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών, των Γάλλων σοσιαλιστών, ακόμα και Αμερικανών αντικρατικιστών.
Τώρα στην περίπτωσή μας είναι πρόταση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου μέσω του Μνημονίου Νο 2, που κατακεραυνώνεται για σκληρότητα και αναλγησία. Σ’ αυτό το σημείο είναι που θα ήθελα να παραθέσω κάποιες σκέψεις μου. Από την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (άρθρο 3): «Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια». Ενώ κατά την Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών το δικαίωμα στη ζωή είναι το πιο θεμελιώδες από τα δικαιώματα του ανθρώπου. (Και οι δύο διακηρύξεις έχουν επικυρωθεί και ισχύουν στη χώρα μας).
Αυτό το δικαίωμα στη ζωή έρχεται να κατασφαλίσει, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό, η κυβέρνηση. Και περνάει στο ντούκου. Σαν να επρόκειτο για θέμα ρουτίνας. Αντί η κυβέρνηση να το κάμει άξονα της επικοινωνιακής της πολιτικής, το υποβαθμίζει κοντά στο μηδέν. Και ασχολείται με ψευδοκαυγάδες για τρίχες με την αντιπολίτευση. «Η κυβέρνηση εντός του ερχόμενου έτους θα κατασφαλίσει ότι κανένας κάτοικος της Ελλάδος δεν θα υποφέρει, δεν θα κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του από έλλειψη φροντίδας και τροφής. Το εγγυάται η κυβέρνηση και η τρόικα, ως αντιπροσωπεύουσα την Ε.Ε. και το Δ.Ν.Τ. Λαμβάνεται μέριμνα για το πρώτο και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα˙ το δικαίωμα στη ζωή. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα το θέμα. Είναι προφανές ότι η τρόικα έκαμε τον λογαριασμό και κατέληξε ότι βγαίνει παρά την κρίση. Πρόκειται για το θεμέλιο του φιλελεύθερου κοινωνικού κράτους».
Αυτό πιστεύω πως θα έπρεπε να είναι το μοτίβο της κυβερνητικής επικοινωνιακής πολιτικής ενόψει μάλιστα των προσεχών εκλογών για το Ευρωκοινοβούλιο. Θα αποτελούσε ταυτόχρονα ένα σοβαρό χτύπημα κατά του διάχυτου αντιμνημονιακού μένους. Μία ηθική δικαίωση, (πάνω από τη λύτρωση από την άτακτη χρεωκοπία με τις δραματικές συνέπειές της κυρίως για τους πιο φτωχούς και αδύναμους πολίτες) των Μνημονίων και της φιλοευρωπαϊκής πολιτικής.





