του
Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Δεν το λέμε εμείς. Προκύπτει από τα διαθέσιμα ποσοτικά στοιχεία τα οποία, όσο εξωραϊσμένα και αν είναι, πολύ δύσκολα μπορούν να συσκοτίσουν την πραγματικότητα.
Στην σημερινή Ελλάδα, το παραγωγικό κενό –δηλαδή, η δυνατότητα της χώρας να κινητοποιήσει στο φουλ την δύναμη παραγωγής πλούτου και απασχόλησης– πλησιάζει το 40% και είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο. Πιο αναλυτικά, σε επίπεδο Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) η διαφορά μεταξύ πραγματικού και δυνητικού ΑΕΠ, από 13% που ήταν το 2013 μετά την υπαγωγή της σε μνημόνια, σήμερα οδεύει σε ποσοστό που μάλλον θα ξεπεράσει το 18% –με ό,τι αυτή η εξέλιξη συνεπάγεται για την ικανότητα του παραγωγικού ιστού της χώρας να ανακάμψει.
Παράλληλα, όμως, η αύξηση του παραγωγικού κενού συνοδεύεται από φυγή επιχειρήσεων, ανθρώπινου δυναμικού και κεφαλαίων, με αποτέλεσμα την παρασιτοποίηση της χώρας και την βαθμιαία απομάκρυνσή της από κοσμογονικές παγκόσμιες εξελίξεις.
Υπό παρόμοιες συνθήκες αποεπένδυσης και υψηλού παραγωγικού κενού, η όποια συζήτηση για αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους μας είναι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου –γιατί, απλά, δεν υπάρχουν πόροι ούτε για στοιχειώδη εξυπηρέτησή του.
Με πιο απλά λόγια, η παρούσα κυβέρνηση, που εξαπατά τον κόσμο κάνοντας λόγο για μείωση του δημοσίου χρέους, στην ουσία αδιαφορεί πλήρως για την βιωσιμότητά του –η οποία εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από την μεγέθυνση του ονομαστικού ΑΕΠ. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς αστέρι της οικονομικής επιστήμης (αν υπάρχει) για να καταλάβει ότι, εάν η οικονομία δεν ανακάμψει σύντομα, καλύπτοντας το υφιστάμενο παραγωγικό κενό, κάθε μέγεθος χρέους καθίσταται μη βιώσιμο, ακόμα και αν έχει μειωθεί στο ελάχιστο.
Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η κυβέρνηση αδιαφορεί για την ανάπτυξη και την μεγέθυνση της οικονομίας και του ΑΕΠ. Η απάντησή μας, όσο και αν φανεί υπερβολική, είναι ότι ο κ. Αλέξης Τσίπρας και ο στενός κύκλος των φίλων και συνεργατών του θέλουν να αφήσουν «καμμένη γη» στους διαδόχους τους, ώστε να προετοιμάσουν με σχετική άνεση την μετα-ΣΥΡΙΖΑ εποχή. Αυτήν που θα προδιαγραφεί με τον ανασχηματισμό και θα ακολουθήσει την επερχόμενη αξιολόγηση.
Για έναν πολιτικό φορέα που πάσχει από εξουσιολαγνεία, επενδύσεις και ανάπτυξη είναι πράγματα που συνεπάγονται υψηλό πολιτικό κόστος, διότι προϋποθέτουν απελευθέρωση της οικονομίας. Αυτήν δεν την θέλουν ούτε ο κ. Τσίπρας, αλλά ούτε και όλοι αυτοί που συντηρούνται από τον κρατισμό και την διαπλοκή του. Συνεπώς, προτιμούν την καταστροφή της χώρας από την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της πραγματικότητας.
Μία πραγματικότητα, εξάλλου, που η ίδια η ακίνητη ελληνική κοινωνία αρνείται να αποδεχθεί, γιατί, ύστερα από περίοδο βαρύτατου κρατισμού, φαίνεται να έχει υποστεί ανήκεστο βλάβη. Και, ως γνωστόν, όταν δεν διορθώνονται αμέσως, οι βλάβες πληρώνονται πολύ ακριβά. Ακόμα και από τους «πιο έξυπνους λαούς στον κόσμο».






