του
Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Στο capital.gr της 28ης Δεκεμβρίου, ο Θαν. Μαυρίδης –διευθυντής του ιστότοπου και της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Κεφάλαιο»– θέτει ξεκάθαρα το πρόβλημα. Έτσι, γράφει τα ακόλουθα:
«Μία απορία που μπορεί να έχει κάποιος αμύητος στον μαγικό κόσμο των ελληνικών μέσων ενημέρωσης είναι για ποιον λόγο τα μέσα θα πρέπει να πληρώνονται από τα media shops και όχι απευθείας από τον διαφημιζόμενο, όπως συμβαίνει στον πολιτισμένο κόσμο. Για τους μυημένους, η ερώτηση μοιάζει αφελής. Το μαύρο πολιτικό χρήμα έχει αποδειχτεί ισχυρότερο από τους μπλε και άσπρους κόκκους της κάθαρσης…
»Ο μεγαλύτερος διαφημιζόμενος στην ελληνική αγορά είναι το κράτος. Μία αγορά που στις ημέρες της δόξας της ξεπερνούσε τα 700 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Προσέξτε, τώρα! Το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της πίτας το απορροφούσε η τηλεόραση, η οποία ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρη έναντι των διαφημιστικών εταιρειών. Επέστρεφε σε αυτές από το 20% ως και το 40% της αξίας των διαφημίσεων υπό την μορφή bonus. Πάμε πάλι! Σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο, το media shop παίρνει μια αμοιβή από τον διαφημιζόμενο για τις υπηρεσίες του, όπως και η διαφημιστική εταιρεία που παράγει το δημιουργικό. Τα Μέσα πληρώνονται από τον διαφημιζόμενο. Στην Ελλάδα, τα media shops κινούν το σύνολο της διαφημιστικής δαπάνης και επιβραβεύονται για τις επιλογές τους από τα Μέσα Ενημέρωσης!
»Είναι ένα τελείως τρελλό σύστημα λειτουργίας. Κι είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πολλές διαφημιστικές εταιρείες διεκδικούσαν μεγάλες δουλειές σε διαγωνισμούς με ζημία! Δήλωναν ότι θα έχαναν λεφτά κερδίζοντας τον διαγωνισμό και έτσι κέρδιζαν την μια δουλειά πίσω από την άλλη. Αν αυτό από μόνο του δεν δημιουργούσε απορίες σε εκείνους που έκαναν αυτούς τους διαγωνισμούς, είναι ένα θέμα που αξίζει τον κόπο να διερευνηθεί.
»Όταν οι μισές εργασίες είναι κρατικές, εύλογα αναρωτιέται κανείς πού μπορεί να κατέληξαν τα λεφτά των επιστροφών. Και εδώ η Δικαιοσύνη μπορεί να κάνει θαύματα, αν το επιθυμεί. Αρκεί να ακολουθήσει την πορεία του χρήματος για να διαπιστώσει τί ακριβώς έχει συμβεί όλα αυτά τα χρόνια σε αυτή την χώρα».
Στους υπαινιγμούς και τα γραφόμενα του αξιόλογου συναδέλφου, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πολλά ακόμη.
Για παράδειγμα, ποια αήθη πολιτικο-κομματικά παιχνίδια παίχτηκαν μεταξύ καναλαρχών, διαφημιστών και δημοσιογράφων εναντίον συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων και για ποιους λόγους. Ακόμα, θα πρέπει να διερευνηθούν –σε ηθικό βέβαια επίπεδο, κατ’ αρχήν– οι σχέσεις διαφημιστικών εταιρειών και «επωνύμων» δημοσιογράφων, στην δημιουργία ενός χυδαίου τηλεοπτικού περιβάλλοντος, το οποίο τελικά έπληττε και πλήττει ακόμα τα συμφέροντα και το κύρος μεγάλων τηλεοπτικών διαφημιζόμενων, που τελούσαν υπό ομηρεία.
Ευτυχώς, ως φαίνεται, αυτό το δυσώδες σκηνικό καταρρέει. Πλην όμως, τη νύφη θα πληρώσουν, ως συνήθως, αυτοί που φέρουν και τις μικρότερες ευθύνες για την δημιουργία του.
Τούτων λεχθέντων, η αγορά των ΜΜΕ θα υποστεί και νέα πλήγματα από χρεοκοπίες διαφημιστικών εταιρειών και κυρίως αυτών που έπαιξαν ενεργό ρόλο στην «υπόθεση Alter». Μία υπόθεση γύρω από την οποία η επικρατούσα ντροπαλή σιωπή κάνει και εμάς να κοκκινίζουμε…





