του Κώστα Χριστίδη*
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει, βάσει των μέχρι στιγμής δεδομένων, την πρωτοφανή κρίση που προκάλεσε ο κορωνοϊός πολύ καλύτερα από ότι άλλες χώρες ή περιοχές με πιο προηγμένα υγειονομικά συστήματα, όπως π.χ. Αγγλία, Δανία, Λομβαρδία. Πού οφείλεται αυτή η ευνοϊκή εξέλιξη ; Χωρίς αμφιβολία στο γεγονός ότι η χώρα μας έλαβε έγκαιρα και αποφασιστικά τα κατάλληλα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού και τα εφαρμόζει με αποτελεσματικότητα. Αυτή είναι η σημασία της ύπαρξης ικανής πολιτικής ηγεσίας που λειτουργεί με ταχύτητα και τεχνοκρατική επάρκεια. Αυτό δεν θα ήταν δυνατόν εάν υπήρχε κυβέρνηση συνασπισμού πολλών κομμάτων ή μία ανεπαρκής, ιδεοληπτική κυβερνητική ηγεσία. Ευτυχώς ο ελληνικός λαός, προ εννέα περίπου μηνών, έκανε σωστή πολιτική επιλογή.
Η ατομική ευθύνη των πολιτών, την οποία στην παρούσα περίπτωση επικαλούνται πολιτικοί ηγέτες και αρμόδιοι επιστήμονες, εξικνείται πολύ περισσότερο από το επίπεδο πιστής εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων. Υπό μίαν έννοια η ευθύνη αυτή είναι διαρκής : καθένας οφείλει έναντι του εαυτού του, της οικογένειάς του και των συμπολιτών του να φροντίζει για την ατομική του υγιεινή ακολουθώντας ορισμένους μίνιμουμ κανόνες διατροφής, καθαριότητας, άσκησης, αποφυγής καπνίσματος κλπ. Έτσι μπορούν να αποφευχθούν πρόσθετες δαπάνες για την λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας, οι οποίες, βεβαίως, καλύπτονται – ας μην το ξεχνάμε αυτό – με αντίστοιχους φόρους και, σε κάποιο βαθμό και όταν αυτό είναι δυνατόν, με δανεικά (αλλά όχι ‘’αγύριστα’’).
Η τελευταία αυτή σκέψη οδηγεί στην εξέταση ενός ζητήματος κεφαλαιώδους σημασίας : ποιά είναι η σωστή διάρθρωση ενός αποτελεσματικού συστήματος υγείας ; Πρέπει να υπάρχει μόνο δημόσιο σύστημα ή να συνυπάρχουν δημόσιο και ιδιωτικό σύστημα υγείας και ποιό είναι το κατάλληλο μέγεθος του δημόσιου συστήματος ; Η απάντηση είναι, κατά την γνώμη μου, προφανής. Ως γενική αρχή, ο ανταγωνισμός επιβάλλει την πιο αποδοτική χρήση των διαθέσιμων πόρων, αυξάνοντας έτσι την συνολική ευημερία. Παράλληλα, λειτουργεί ως μία διαρκής διαδικασία ανακάλυψης νέων μεθόδων και προϊόντων (εν προκειμένω, εμβολίων και φαρμάκων). Στον χώρο της υγείας, εάν κάποιες υπηρεσίες, π.χ. καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, παρέχονται μονοπωλιακά σε δημόσια νοσοκομεία από ιατρούς/δημοσίους υπαλλήλους, δημιουργούνται μακρές λίστες αναμονής και λειτουργεί ευρέως το ‘’γρηγορόσημο’’, φαινόμενα που περιορίζονται με την ύπαρξη ανταγωνισμού. Ναι, επομένως, στην ύπαρξη ενός ανεπτυγμένου και κατά το δυνατόν λειτουργούντος με σύγχρονες μεθόδους διοίκησης δημόσιου συστήματος υγείας με παράλληλη συνύπαρξη ενός ιδιωτικού συστήματος που θα συμβάλλει όχι μόνο στην κάλυψη κενών αλλά και στην θέση υψηλότερων προδιαγραφών λειτουργίας. Σταδιακά, μάλιστα, θα πρέπει να οδηγηθούμε σε ένα σύστημα δημόσιας χρηματοδότησης την χρηστών των υπηρεσιών υγείας, αναλόγως των αναγκών τους και με δικαίωμα επιλογής των παρόχων από τους χρήστες.
Ως προς το μέγεθος του δημόσιου συστήματος υγείας, ασφαλώς καμία χώρα δεν μπορεί να στηρίξει οικονομικά σε σταθερή βάση την λειτουργία ενός συστήματος ικανού να ανταπεξέλθει στις αυξημένες πιέσεις μίας πανδημίας. Θα πρέπει, επομένως, να διατίθενται πόροι επαρκείς για την ικανοποιητική λειτουργία του συστήματος υπό ομαλές συνθήκες, για δε τις έκτακτες συνθήκες, όπως αυτές που δημιούργησε η κρίση του κορωνοϊού, να συσταθεί ένας διεθνής μηχανισμός, κατάλληλα χρηματοδοτούμενος, ως εκδήλωση παγκόσμιας αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση αναγκών υψίστης σημασίας.
*Νομικός – Οικονομολόγος





