του Στέλιου Παπαθανασόπουλου*
Το πρωτοσέλιδο της έντυπης έκδοσης των «New York Times» χρησιμοποίησε τη λογική των νεκρώσιμων αγγελιών για να τιμήσει τους περίπου 100.000 Αμερικανούς που έχουν πεθάνει έως σήμερα από την πανδημία του κορωνοϊού. Αυτό το πρωτοσέλιδο, όπως και άλλα αντίστοιχα στο παρελθόν άλλων εφημερίδων, σηματοδοτεί τη δύναμη του Τύπου, ακόμη και στην εποχή του Γαλαξία του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Σηματοδοτεί επίσης τον σημαίνοντα ρόλο της έντυπης δημοσιογραφίας στη ζωή μας. Παρά το γεγονός ότι οι εφημερίδες και οι δημοσιογράφοι τους έχουν αμφισβητηθεί τόσο από τις τεχνολογικές εξελίξεις, όσο κι από την αποδυνάμωση των κάποτε επικερδών επιχειρηματικών μοντέλων και τον νέο κατακερματισμό του κοινού, συνεχίζουν να θέτουν τη δημόσια συζήτηση, ακόμη και όταν δεν μπορούν ή δεν έχουν πλέον λόγο να παρακολουθούν τα δρώμενα κατά την εξέλιξή τους.
Η δύναμη του Τύπου έγκειται στην ικανότητα των δημοσιογράφων να ελέγχουν την εκάστοτε κυβέρνηση, να κινητοποιούν την κοινή γνώμη για θέματα που είναι σημαντικά για την κοινωνία και να παρέχουν εμπεριστατωμένη ενημέρωση. Για αυτό και η βασική κρίση της δημοσιογραφίας, δεν έχει να κάνει με τα επιχειρηματικά μοντέλα, την ποιότητα, την ηθική ή την αξιοπιστία. ’Εχει να κάνει με το γεγονός ότι η είδηση, η καρδιά της δημοσιογραφίας χάνει τη σημασία της μετά από σχεδόν δύο αιώνες- και επομένως την εμπορική της αξία. Οι διεθνείς ειδήσεις λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων όλο και μειώνονται, ενώ σε λίγα χρόνια θα γράφονται αποκλειστικά από μεταφράσεις, ενός ή δύο ειδησεογραφικών πρακτορείων. Οι εσωτερικές ειδήσεις όλο και και περισσότερο (ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) αρχίζουν να εξισώνονται με τις selfies και ιστορίες από τους φίλους και την οικογένεια (ή από διασημότητες που είναι σαν συγγενείς μας) αντί της πόλης ή της πολιτικής σκηνής.
Οι ειδήσεις κάποτε αποτελούσαν την κύρια πηγή των καθημερινών δρώμενών μας και την ανάγκη της ανάγνωσης. Οι εφημερίδες ήταν το εργαλείο που πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούσαν για να επικοινωνούν με τους συναδέλφους και τους φίλους τους. Αλλά σταδιακά με την έλευση του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, των βιντεοπαιχνιδιών, του YouTube, του Twitter και του Netflix υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα εκτός από τις ειδήσεις για να συζητήσουμε στις παρέες με τους φίλους.
Τα αποτελέσματα είναι η ανάδυση μιας δημοσιογραφίας ελάσσονος μορφής, η οποία παράγεται ολοένα και περισσότερο από τις πηγές παρά από τους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης (tweets πολιτικών ή τοπικών αστυνομικών ή τοπικών Αρχών και δελτία Τύπου γραφείων δημοσίων σχέσεων) όπου ελάχιστοι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για την παροχή τους και σε τελική ανάλυση η είδηση να χάνει την εμπορική της αξία.
Οι εφημερίδες στις μέρες μας επιτελούν ένα είδος κοινωνικής υπηρεσίας και αυτό ακριβώς έκανε το πρωτοσέλιδο των «NYT». Ενδεχομένως έχουν ωριμάσει οι καιροί ώστε να αρχίσουμε να συζητάμε για την έλευση και στήριξη των εφημερίδων όπως στηρίζουμε τη δημόσια τηλεόραση. Απλώς και μόνον αναλογιστείτε ότι με τη μείωση των κυκλοφοριών έχουν αυξηθεί όχι μόνον οι «λειτουργικά αναλφάβητοι», αλλά και πολιτικοί σχηματισμοί που απορρίπτουν δημοκρατικές αξίες και ιδεώδη. Εάν η έντυπη δημοσιογραφία και η δημοκρατία είναι συνώνυμες με το δημόσιο διάλογο, η κρίση των εφημερίδων δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει την κρίση της δημοκρατικής κοινωνίας.
*καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημοσιογραφικών Σπουδών στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών





