του Γιώργου Μελέα*
Ήδη από τις 21 Ιουλίου, όπου είχαμε την ιστορική απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Ταμείο Ανάκαμψης, έχουν περάσει σχεδόν 20 ημέρες και στο φως έχει έρθει η έκθεση Πισσαρίδη, ενώ πραγματοποιήθηκαν και μικρές αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα έτσι ώστε να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα η δημόσια διοίκηση και να απορροφήσει το σχεδόν 32 δις ευρώ του Ταμείου.
Είναι σαφές ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αναθεωρήσει την εμπορική της πολιτική, να ενισχύσει την καινοτομία και να μετατρέψει σε πλεονέκτημα τη στρατηγική της έξυπνης εξειδίκευσης καθώς και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια τομεακή βιομηχανική προσέγγιση. Ο χωρικός σχεδιασμός είναι μια επιλογή, αλλά θα πρέπει να ακολουθήσουν και άλλες. Η πολιτική συνοχής υπήρξε στο παρελθόν θεμελιώδης για τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την ανάπτυξη λύσεων στη βιομηχανία και στις υποδομές έρευνας και ανάπτυξης. Κατά την άποψή μου, οι ανάγκες της τρέχουσας συγκυρίας απαιτούν μια ακόμη πιο ισχυρή πολιτική για την υποστήριξη των βιομηχανιών στην μετεγκατάστασή τους ξανά στην Ελλάδα. Απαιτείται επανεκβιομηχάνιση και η ώρα να γίνει είναι τώρα. Χρειάζονται φορολογικά κίνητρα και απλούστευση διαδικασιών εγκατάστασης ώστε να προσελκύσουμε μεγάλες βιομηχανικές επενδύσεις.
Η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί προτεραιότητα για την ελληνική οικονομία. Η κρίση αυτή ανέδειξε την ανάγκη για πιο απλές, πιο ολοκληρωμένες υπηρεσίες που θα υποστηρίζουν όλους τους πολίτες, ιδίως εκείνους που χρειάζονται επιπλέον στήριξη.
Επιπρόσθετα, είναι γεγονός ότι υπάρχει ακόμη ανάγκη για επενδύσεις σε πλήρως ευρυζωνικά που θα επιτρέψουν στις αγροτικές περιοχές να αναπτύξουν σύγχρονες γεωργικές και τουριστικές δραστηριότητες. Τα μέσα άσκησης πολιτικής συνοχής είναι αλήθεια ότι έχουν αμελήσει αυτή την ανάγκη ή, τουλάχιστον, τα κράτη- μέλη (ανάμεσά τους και η Ελλάδα) δεν έχουν επιστήσει την προσοχή τους στις υπάρχουσες ευκαιρίες στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών προγραμμάτων. Για να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη μιας «νέας μορφής γεωργίας», νέων τουρκικών δραστηριοτήτων και νέων «βιομηχανιών», η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να παροτρυνθεί να επενδύει σε ευρυζωνικές υποδομές.
Άλλος ένας σημαντικός τομέας ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας είναι το ηλεκτρονικό επιχειρείν και η περαιτέρω ενίσχυσή του είναι θεμελιώδους σημασίας για τη «νέα κανονικότητα» ως αποτέλεσμα του αντικτύπου της κρίσης της νόσου COVID-19 στην κοινωνία και στην οικονομία. Θα χρειαστεί να παρέχουμε διαφορετικές επιλογές τόσο για τις εταιρείες όσο και για τους καταναλωτές. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) μπορούν επίσης να επωφεληθούν από τη νέα προσέγγιση, οπότε τα διαρθρωτικά κονδύλια πρέπει να κατανεμηθούν έτσι ώστε να επιτρέπουν στις εταιρείες να ανακαλύψουν νέες αγορές και νέες ευκαιρίες.
Τέλος, επείγουσα ανάγκη για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας είναι η ανάγκη για προστασία των ΜμΕ και της βιωσιμότητάς τους. Συνεπώς, τα συνήθη υπάρχοντα ευρωπαϊκά εργαλεία, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, πρέπει να χρησιμοποιηθούν με δημιουργικό αλλά απλό τρόπο.
Πάνω από όλα όμως είναι η μετουσίωση των λόγων και θεωριών σε πράξη. Και οι πράξεις και τα έργα θα πρέπει να ξεκινήσουν... χθες.
*εθνικός εμπειρογνώμονας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή





