του Παναγιώτη Καρκατσούλη*
Σύμφωνα με τον ισχύοντα υπαλληλικό κώδικα, με τον όρο «κινητικότητα» ευνοούνται πέντε καταστάσεις της εργασιακής σχέσης του δημοσίου υπαλλήλου με τη δημόσια υπηρεσία: η τοποθέτηση, η μετακίνηση, η μετάθεση, η απόσπαση και η μετάταξη.
Ο σκοπός της κινητικότητας είναι διπλός: αφενός, να βοηθήσει τον υπάλληλο να επιλέξει τις θέσεις εκείνες που είναι ανάλογες των προσόντων του και στις οποίες θεωρεί ότι θα μπορέσει να έχει μια επιτυχή σταδιοδρομία. Υπό την έννοια αυτή, η κινητικότητα είναι δικαίωμα του υπαλλήλου και πρέπει να διεκδικεί. Αφετέρου, όμως, η κινητικότητα αποτελεί δικαίωμα της υπηρεσίας να τοποθετεί τους υπαλλήλους της στις θέσεις εκείνες που αξιολογεί ότι χρειάζονται κάλυψη. Η δύσκολη ισορροπία μεταξύ των δύο δικαιωμάτων επιτυγχάνεται μέσω μιας διοικητικής κουλτούρας αντικειμενικότητας και διαφάνειας που συνοδεύεται από αντίστοιχες μεθόδους και τεχνικές.
Αυτά ισχύουν, γενικώς, σε χώρες με ανεπτυγμένες γραφειοκρατίες. Παρ’ ημίν, με μια βαριά κληρονομιά πελατοκρατίας και κομματισμού, οι μετακινήσεις των υπαλλήλων αποτελούν ένα ιδιαίτερης πελατειακής αξίας ρουσφέτι.
Ούσα η κινητικότητα επί δεκαετίες μια υπόθεση ρουσφετισμού και συναλλαγής, η ακινησία αποτελεί τον κανόνα για τους Έλληνες δημοσίους υπαλλήλους. Η κινητικότητα επιχειρήθηκε, το πρώτον, να απεμπλακεί από την πατροπαράδοτη ρουσφετοπραξία με την έλευση των μνημονίων.
Μόνο που η διαδικασία απο- κομματικοποίησης των μετακινήσεων στο δημόσιο, στη χώρα μας, έπρεπε να επιβληθεί η απαλλαγή του Δημοσίου από το «πλεονάζον» προσωπικό.
Με τη ρατσιστική διάθεση του νομοθέτη να αποκαλύπτεται στις περισσότερες ρυθμίσεις του πρώτου και δεύτερου μνημονίου, η κινητικότητα πήρε τη θέση ενός πογκρόμ εναντίον των ηλικιωμένων, των λιγότερο μορφωμένων, των συμβασιούχων κ.ο.κ. Τερατουργήματα με ουδέτερα ονόματα, όπως «εργασιακή εφεδρεία» ή «προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα», εμφανίστηκαν με τον μανδύα της κινητικότητας. Μάλιστα, η επιμονή των δανειστών να «αποσυμφορηθεί» το Δημόσιο συνέχισε ακόμη κι όταν οι νόμοι έμειναν ανεφάρμοστοι (βλ. 3845/2010, Ν. 3986/2011, Ν. 4024/2016), είτε επειδή κηρύχθηκαν αντισυνταγματικοί από το ΣτΕ, είτε επειδή συνάντησαν την αντίδραση των εργαζομένων.
Ο ισχύων νόμος 4674/2020 ασπάζεται τη φιλοσοφία των προηγούμενων αλλά είναι περισσότερο ραφιναρισμένος. Αναφέρεται σε ένα «ενιαίο σύστημα κινητικότητας» το οποίο συνιστά μια προσπάθεια εξορθολογισμού ενός ανορθολογικού συστήματος. Θυμίζει τον καπετάνιο Αχάαβ στον «Moby Dick» που λέει «μπορεί ο σκοπός μου να είναι ανορθολογικός, αλλά τα μέσα και οι στόχοι μου είναι ορθολογικοί». Οι κύκλοι κινητικότητας, η υποχρέωση των δομών που θέλουν να ενταχθούν στην κινητικότητα (υπάρχουν και δομές που δεν θέλουν και εξαιρούνται από αυτήν), η ύπαρξη περιγραμμάτων θέσεων και ψηφιακών οργανογραμμάτων αποτελούν χρήσιμα εργαλεία, που όμως λειτουργούν ως φτιασιδώματα σε ένα σύστημα που θέλει να κρύψει τις χρόνιες και χαίνουσες πληγές του.
Απαραίτητα πρώτη ενέργεια για τη δημιουργία ενός αξιόπιστου συστήματος κινητικότητας είναι η ανάθεσή του ως μέρους μιας συνολικής πολιτικής για την ανάπτυξη του ανθρωπίνου δυναμικού σε μια ανεξάρτητη Αρχή. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο. Ένα νέο ισχυρό ΑΣΕΠ θα πρέπει, όμως, πάνω από όλα να μπορεί να αναχαιτίσει τις πολλαπλές πελατειακές πιέσεις. Και αυτό δεν είναι τεχνικό αλλά βαθύτατα πολιτικό θέμα.
*εμπειρογνώμονας δημόσιας διοίκησης, στέλεχος του Κινήματος Αλλαγής





