Edition: International | Greek
MENU

Αρχική » Γνώμη

Καλπάκι, το χρονικό της κρίσιμης μάχης

Καλπάκι, λίγο μετά το μεσονύχτι της 27ης Οκτωβρίου του 1940, σε στρατόπεδο της 8ης Μεραρχίας Πεζικού της Ηπείρου, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο

Από: EBR - Δημοσίευση: Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

«Οι στρατιώτες, χωμένοι κάτω απ’ τις κουβέρτες τους, πάλευαν με τα όνειρά του ο καθένας, ύστερα από μια κοπιαστική μέρα. Επικρατούσε σιγή, καθώς η ανυποψίαστη νύχτα είχε ξαπλώσει το σκοτάδι της ήρεμα...»
«Οι στρατιώτες, χωμένοι κάτω απ’ τις κουβέρτες τους, πάλευαν με τα όνειρά του ο καθένας, ύστερα από μια κοπιαστική μέρα. Επικρατούσε σιγή, καθώς η ανυποψίαστη νύχτα είχε ξαπλώσει το σκοτάδι της ήρεμα...»

του Θανάση Φροντιστή

Καλπάκι, λίγο μετά το μεσονύχτι της 27ης Οκτωβρίου του 1940, σε στρατόπεδο της 8ης Μεραρχίας Πεζικού της Ηπείρου, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο. Οι στρατιώτες, χωμένοι κάτω απ’ τις κουβέρτες τους, πάλευαν με τα όνειρά του ο καθένας, ύστερα από μια κοπιαστική μέρα. Επικρατούσε σιγή, καθώς η ανυποψίαστη νύχτα είχε ξαπλώσει το σκοτάδι της ήρεμα. Ψιλόριχνε χιονόνερο, καθώς ο Οκτώβρης έφερε πρώιμα το χειμώνα. Ο Θανάσης Σχοινάς, στρατιώτης στο στρατόπεδο στο Καλπάκι, στριφογύριζε στην κουκέτα του. Δεν τον κόλλαγε ύπνος. Είχε μια αδιόρατη ανησυχία, ένα άσχημο προαίσθημα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, βγήκε από το θάλαμο και κατευθύνθηκε προς το υπόστεγο του μαγειρίου. Δεν ήταν καπνιστής, αλλά πάντα κουβαλούσε στην τσέπη του μια μεταλλική ταμπακιέρα με ψιλοκομμένο καπνό από το χωριό του, που καλλιεργούσε η οικογένειά του. Έβγαλε την ταμπακιέρα απ’ την τσέπη της χλαίνης του κι έστριψε ένα τσιγάρο. Με τις πρώτες βαθιές ρουφηξιές, προσπάθησε να διασκεδάσει την ανησυχία του, που ήταν ίδια με κείνη, που τον έπιανε στο χωριό του, στο κυνήγι του λαγού, όταν προαισθανόταν, ότι κάπου εκεί κοντά παραφύλαγε ένα αγριογούρουνο, έτοιμο να του ορμήσει.

Γεννημένος στο Μόδι Λοκρίδας το 1917, από γονείς αγρότες , το Γιώργο και την Ασπασία Σχοινά, με έναν αδερφό, ζούσε στο χωριό, όπου είχε τελειώσει το Δημοτικό και στη συνέχεια το Σχολαρχείο στην Τιθορέα. Τον γοήτευε η αγροτική ζωή, λάτρευε τη γη και τη φύση, την καλλιέργεια του καπνού, τη σπορά, το θέρο και τον τρύγο, το κλάδεμα των λιόδεντρων και τη συγκομιδή της ελιάς. Ο πατέρας του ήταν περήφανος γι’ αυτόν κι άκουγε πάντα τη γνώμη του για ό,τι αφορούσε το σπιτικό τους.

Εκείνη την άγρυπνη νύχτα σκεφτόταν το χωριό του και τους δικούς του. Το άσχημο προαίσθημα όμως δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Η ώρα είχε ήδη πάει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Σηκώθηκε από τον πάγκο και άρχισε να βηματίζει νευρικά και τα τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Ξημερώνει εικοσιοχτώ Οκτωβρίου, σκεφτόταν. Τι μ’ έχει πιάσει μ’ αυτή την καταραμένη αϋπνία. Γιατί, διάολε, ανησυχώ νυχτιάτικα; Άντε να δω αν θα με πιάσει ο ύπνος, σκεφτόταν και ξάπλωσε, έτσι όπως ήταν, με τη χλαίνη και τ’ άρβυλα……

Στις 27 Οκτωβρίου 2007, η τύχη μου το ήθελε να γνωρίσω τον Θανάση Σχοινά σε μια εκδρομή προς τη Βόρεια Ήπειρο, που είχε οργανώσει ο Οργανισμός για τη Διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας (ΟΔΕΓ), που είμαι μέλος του. Δυο πούλμαν, μέλη και φίλοι, θα καταθέταμε στεφάνι στο Κοιμητήριο των πεσόντων Ελλήνων στρατιωτών στους Βουλιαράτες της Αλβανίας αύριο και θα επισκεπτόμασταν Ελληνικά σχολεία που υποστηρίζει επί χρόνια ο ΟΔΕΓ καθώς και άλλες Ελληνικές πόλεις της Βόρειας Ηπείρου Ο Θανάσης Σχοινάς, ενενήντα χρονών τότε, συνοδευόταν από την κόρη του Ασπασία και τον σύζυγό της. Ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα, όπως και τους περισσότερους συνεπιβάτες. Στο πρόγραμμα της εκδρομής δεν αναφερόταν, παρά μόνο μια στάση, στο Καλπάκι, στο Στρατιωτικό Μουσείο Καλπακίου. Όχι όμως και η μεγάλη έκπληξη που δοκίμασα, όταν, φτάνοντας στο Μουσείο, ανακοινώθηκε από το μεγάφωνο, ότι μέσα στο Μουσείο επρόκειτο να τιμηθεί από τον Δήμο Ιωαννίνων και τη Μεραρχία ο Θανάσης Σχοινάς, μοναδικός (ίσως) ζωντανός ακόμα από τους μαχητές του ιστορικού Έπους του ’40 στο Καλπάκι. Έκπληξη δοκίμασε και ο ίδιος ο γερο-Θανάσης Σχοινάς, που του την είχε επιφυλάξει η κόρη του. Σε μια σεμνή τελετή, ο Δήμαρχος Ιωαννίνων και ένας Αξιωματικός απένειμαν τιμητική πλακέτα στον στρατιώτη Θανάση Σχοινά, που πήρε μέρος στις πρώτες κρίσιμες νικηφόρες μάχες απόκρουσης των εισβολέων Ιταλών στο Καλπάκι. Του ζήτησαν να πει δυο λόγια. Και ο σεμνός, κατασυγκινημένος και δακρυσμένος γέροντας κατάφερε να πει μόνο αυτές τις λίγες λέξεις: «σας ευχαριστώ για την μεγάλη τιμή, αλλά δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, το καθήκον μου στην πατρίδα έκανα, τίποτα άλλο». Το γεγονός με συγκλόνισε. Ταξίδευα μαζί με έναν από τους ζωντανούς ήρωες του ’40. Αφού περιηγηθήκαμε το Ηρώο τους τάφους των άγνωστων στρατιωτών, τον τεράστιο, πεντέμισυ μέτρα, χάλκινο ανδριάντα του «Μαχητή, Άγνωστου Στρατιώτη» του Καλπακίου, μπήκαμε στα πούλμαν για συνέχιση του ταξιδιού μας, με προορισμό τους Αγίους Σαράντα, όπου θα διανυκτερεύαμε τρείς νύχτες και απ’ όπου θα εξορμούσαμε και για τους άλλους προορισμούς μας, στους Βουλιαράτες αύριο για την τελετή απόδοσης τιμής στο κοιμητήριο των πεσόντων Ελλήνων στρατιωτών, στο Αργυρόκαστρο, την Κλεισούρα, τη Δερβιτσάνη, το Βουθρωτό και φυσικά, τα σχολεία που είχαν προγραμματιστεί.

Δεν έχασα την ευκαιρία, να καθίσω στο διπλανό κάθισμα με τον Θανάση Σχοινά, κατά παραχώρηση της κόρης του. Του συστήθηκα, λέγοντάς του ότι κάλυπτα το ταξίδι αυτό και υπό την δημοσιογραφική μου ιδιότητα. Υποδέχτηκε τη συντροφιά μου με εξαιρετική ευγένεια και άρχισα να τον βομβαρδίζω με τις ερωτήσεις μου, στις οποίες απαντούσε με ευγένεια και ηρεμία και μάλιστα διηγιόταν τα γεγονότα με τέτοιες λεπτομέρειες, που νόμιζες ότι είχαν συμβεί χτες. Τόσο βαθιά είχαν χαραχτεί στη μνήμη του τα γεγονότα εκείνα, που σημάδεψαν τη ζωή του ανεξίτηλα, αφού, κατά τη διάρκεια εκείνων των σκληρών μαχών, τη διακινδύνευε κάθε στιγμή

Τη νύχτα της 27 προς 28 Οκτωβρίου, άρχισε να λέει, δεν μ’ έπιανε ύπνος. Είχα ένα επίμονο προαίσθημα, ότι από στιγμή σε στιγμή θα εκδηλωνόταν η επίθεση των Ιταλών. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι συγκέντρωναν μεγάλες δυνάμεις στα σύνορά μας με την Αλβανία, την οποία είχαν ήδη καταλάβει Χιλιάδες στρατιώτες, πολλά τανκς, πυροβόλα, όλμοι και αεροπλάνα, που δεν ήταν μακριά. Λαγοκοιμόμουνα, όταν κοντά στις τέσσερις το πρωί μια φωνή διαπέρασε το στρατόπεδο. Μας είχε κηρυχθεί ο πόλεμος από τους Ιταλούς, που είχαν ήδη αρχίσει την επίθεση. Πεταχτήκαμε όλοι από τα κρεβάτια και πήραμε τα όπλα. Ήμασταν λόχος Πεζικού. Η διαταγή του Μέραρχου, του ηρωικού και εμπειροπόλεμου Στρατηγού Χαράλαμπου Κατσιμήτρου ήταν ξεκάθαρη: θα υπερασπιζόμασταν το Καλπάκι με κάθε θυσία, θα πέφταμε μέχρις ενός! Για κάμποσα λεπτά, επικράτησε αμηχανία, αλλά αμέσως μετά ανάμεσα σε όλους τους στρατιώτες επικράτησε μια αναπάντεχη αισιοδοξία. ΟΧΙ, είπαμε όλοι με μια φωνή. Δε θα σας αφήσουμε να περάσετε, μακαρονάδες. Θα σας δείξουμε τι σημαίνει Ελληνική ψυχή. Σε χρόνο μηδέν, όλη η 8η Μεραρχία ήταν στο πόδι, σε ετοιμότητα. Ανάμεσά μας είχε κυκλοφορήσει η πληροφορία, ότι το Γεν. Επιτελείο είχε διατάξει τον Στρατηγό Κατσιμήτρο να οπισθοχωρήσει προς την Αμφιλοχία, αν εκδηλωνόταν ισχυρή Ιταλική επίθεση και ότι η άμυνα θα γινόταν στην Αμφιλοχία Η απάντηση του γενναίου Στρατηγού μας ήταν κατηγορηματική: ΟΧΙ, εδώ θα πέσουμε μέχρις ενός. Όλοι. Η άμυνα θα γίνει στο Καλπάκι! Αν οι Ιταλοί, είπε, όπως μάθαμε αργότερα, περάσουν ανενόχλητοι από το Καλπάκι, τότε θα γίνει αυτό που λέει κομπορρημονώντας ο Μουσολίνι, ότι δηλ. η εισβολή στην Ελλάδα και η κατάκτησή της θα είναι ένας εύκολος περίπατος τριών ημερών…. Μέσα μου, αισθανόμουνα, ότι ο Στρατηγός είχε δίκιο. Με δεδομένη την συντριπτική υπεροπλία των Ιταλών, το Καλπάκι, ήταν πραγματικά μια σωτήρια για μας στενωπός. Η μορφολογία της ευρύτερης περιοχής, εξ’ άλλου, ήταν εξαιρετικά δύσκολη για να αναπτύξει τις δυνάμεις του ο εχθρός. Με λόφους, με τον ποταμό Καλαμά, φουσκωμένον μάλιστα απ’ τα πολλά νερά των συνεχών βροχοπτώσεων, καθώς και τα λασπώδη από τη βροχή και το χιόνι περάσματα, μάς έδιναν μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα, όπως είχε γίνει στα στενά των Θερμοπυλών. Και, βέβαια, με όλο το πλέγμα των οχυρωματικών έργων, τα χαρακώματα, τις βαθιές αντιαρματικές τάφρους, τα πολυβολεία, τα συρματοπλέγματα, τα ναρκοπέδια και άλλα πολλά η προέλαση του εχθρού δεν ήταν καθόλου εύκολη.

Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου, όλες οι μονάδες μας το περάσαμε με προετοιμασίες σύμφωνα με τις διαταγές του Στρατηγού, σε πλήρη ετοιμότητα για να κινηθούμε, όταν και όπως θα όριζε. Χάιδεψα το άλογό μου, σχεδόν το φίλησα. Άντε, ετοιμάσου του είπα. Όπου να ναι φτάνει η ώρα μας να υπερασπιστούμε κι εμείς την Πατρίδα. Χλιμίντρισε, λες και με κατάλαβε και ανασήκωσε το μπροστινό του πόδι, σημάδι ετοιμότητας για ξεκίνημα. Από τα βορεινά ερχόταν ένα βουητό. Όπως είπαν, ήταν το Ιταλικό πυροβολικό που επιτίθετο σφοδρά στις ελληνικές μονάδες προκάλυψης των συνόρων, που διοικούσαν οι ηρωϊκοί Συνταγματάρχες Φριζής στην Ήπειρο και Δαβάκης στην Πίνδο, που, κατά διαταγή του Στρατηγού θα υποχωρούσαν για να αποφύγουν τις μεγάλες απώλειες, ώστε να ενωθούν με τις άλλες προωθούμενες δυνάμεις, για να μπορούν να αντισταθούν πιο σθεναρά.

Από την αρχή σχεδόν των επιχειρήσεων, τα Ιταλικά αεροπλάνα αλλά και οι πυροβολαρχίες τους βομβάρδιζαν ανηλεώς την περιοχή, αλλά και τις πόλεις και τα χωριά. Με απώλειες βέβαια για μας, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα για τους Ιταλούς. Οι κάτοικοι είχαν πεισμώσει και βοηθούσαν το στρατό με κάθε τρόπο. Ύστερα, δεκάδες τανκς επιχείρησαν να περάσουν απέναντι από το Καλπάκι. Εκεί όμως τους περίμεναν εκπλήξεις. Πρώτα, τα ναρκοπέδια και οι αντιαρματικές τάφροι μέσα στις οποίες εξαφανίζονταν και τα άλλα οχυρωτικά έργα, που είχε προετοιμάσει ο έμπειρος Συνταγματάρχης Μαυρογιάννης. Αλλά και οι πυροβολαρχίες μας του Βαμβέτσου, του Κωστάκη, του Βέρση, που επέφεραν συντριπτικές απώλειες στους Ιταλούς, παρά την υπεροπλία τους και το βαρύ τους πυροβολικό. Ο Καλαμάς αποδείχτηκε μεγάλο εμπόδιο για τους εχθρούς, ιδίως η ανυπαρξία γεφυριών, γιατί τα είχαμε ανατινάξει. Στο τέλος, έβαλαν το πεζικό τους να δοκιμάσει κι αυτό. Εμείς όμως δεν ήμασταν σαν τους μακαρονάδες Ιταλούς. Η Ελληνική λεβεντιά έδειξε το ανάστημά της, αποδείχτηκε πέρα για πέρα στο Καλπάκι. Στους λόφους της Γραμπάλας και της Ασσόνισας, που έκαναν λυσσώδεις προσπάθειες να καταλάβουν οι Ιταλοί, με τις ξιφολόγχες μας, με τους ηρωικούς μας Ευζώνους και με το «αέρα», «αέρα» διατηρήσαμε την πρωτοβουλία. Χάσαμε βέβαια κι εμείς στρατιώτες και αξιωματικούς. Πολύ πιο λίγους όμως από όσους οι Ιταλοί. Κι αυτό, γιατί εμείς ήμασταν αποφασισμένοι να πεθάνουμε για την πατρίδα μας, ενώ οι Ιταλοί αγαπούσαν τη ζωούλα τους και στις μάχες σώμα με σώμα σήκωναν τα χέρια, παραδίδονταν, ή το ’βαζαν στα πόδια, κάτι που κανένας από τους φαντάρους μας δεν έκανε. Έκλαψα, όταν είδα σκοτωμένο ένα νέο πανέμορφο παλικάρι, τον Ανθυπολοχαγό Νίκο Χατζόπουλο, που μπήκε μπροστά δίνοντάς μας το καλό παράδειγμα. Τον έκλαψε όλο το Σώμα.

Εκείνες οι ιαχές «αέρα», «αέρα», που αναφέρονται στα ιστορικά αφηγήματα, τι σήμαιναν για σας; ρώτησα το γερο-Θανάση. Αυτό ήταν κυρίαρχο στοιχείο της νίκης μας, απάντησε μ’ ένα ζεστό χαμόγελο. Κατά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες των Ιταλών να καταλάβουν τα υψώματα της Γραμπάλας, που ήταν θέση κλειδί και της Ασσόνισας και τις αντεπιθέσεις μας, οι μάχες γίνονταν όπως έλεγαν στα αρχαία, «εκ του συστάδην», σώμα με σώμα. Εκεί, το λόγο είχαν τα Μάλινχερ, οι ξιφολόγχες, τα στήθη μας και το «αέρα», «αέρα», που ήταν η έκφραση του ενθουσιασμού μας, αλλά και της αποφασιστικότητάς μας. Κάτι, που τελικά, φαίνεται πως λειτούργησε σαν ένα είδος φόβητρου για τους Ιταλούς. Στο άκουσμά του και μόνο και με τη ορμή που τους πλησιάζαμε, το έβαζαν στα πόδια. Πιάσαμε και αρκετούς αιχμαλώτους, που κλαψούριζαν και μας εκλιπαρούσαν να τους χαρίσουμε τη ζωή. Κερδίζεται όμως ένας πόλεμος με τέτοιους στρατιώτες; Πέρα από τον ενθουσιασμό όλων των στρατιωτών, όπως λέτε, ποιο άλλο στοιχείο θεωρείτε ότι έπαιξε καταλυτικό ρόλο για τη νίκη; τον ρώτησα. Η απάντησή του με αφόπλισε. Η ηγεσία της Μεραρχίας, μου απάντησε. Όχι μόνο ο λεβέντης Στρατηγός, αλλά και όλοι οι αξιωματικοί, που ήταν κοντά μας, που μας εμψύχωναν, που μας χτύπαγαν τον ώμο, που μας μεταδίνανε την πεποίθησή τους για τη νίκη. Ακόμα και ο Στρατηγός ήρθε κοντά μας. Μετέφερε το Στρατηγείο του σε μια σπηλιά κοντά στο Καλπάκι. Τον βλέπαμε, μας εμψύχωνε….. Άκου να σου πω, μου λέει. Χωρίς εμπνευσμένη ηγεσία δεν γίνεται τίποτα. Τίποτα. Εμείς πιστέψαμε τυφλά εκείνη την ηγεσία μας, γιατί ήταν πάντα μπροστά. Όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, που το γράφει και η Ιστορία.

Από την αρχή της εισβολής, συνέχισε τη διήγησή του, και επί δέκα μέρες περίπου, έκαναν λυσσώδη προσπάθεια οι Ιταλοί να πάρουν το Καλπάκι και σε κάποιες φάσεις το αποτέλεσμα ήταν αμφίρροπο. Η σθεναρή όμως υπεράσπιση από τις ελληνικές δυνάμεις, όχι μόνο τους απώθησαν, αλλά και άρχισε πλέον η αντεπίθεσή μας σ’ όλα τα μέτωπα της Αλβανίας με λαμπρές νίκες κάθε μέρα. Τα στρατεύματά μας είχαν προχωρήσει μέχρι και το Αργυρόκαστρο, σ’ ένα χωριό στη Στενίζα και είχαν καταλάβει όλη σχεδόν την Β. Ήπειρο. Στην πορεία της μονάδα μας προς το μέτωπο, μόλις περάσαμε τον Καλαμά, έβρεχε και χιόνιζε συνέχεια. Το ποτάμι ήταν κατεβασμένο, σκέτη θολούρα. Τα νερά έφταναν ως τα καδρόνια, που ήταν το γιοφύρι. Περνούσαμε νύχτα, πεζοί ,σέρνοντας και τα άλογα. Ένας φαντάρος από τον Πειραιά, που θέλησε να περάσει καβάλα στο άλογο, μόλις πέρασε το γιοφύρι, στην ανηφόρα γλίστρησε το άλογο κι έπεσαν στο ποτάμι. Το άλογο κατάφερε και βγήκε, ο φαντάρος όμως πνίγηκε κι ήταν αυτό η πρώτη απώλεια της ομάδας μας. Έπρεπε όμως να προχωρήσουμε. Από κει και μετά, μπήκαμε κι εμείς στην ακτίνα πολέμου. Εκτός των αεροπλάνων, το πυροβολικό τους μας σφυροκοπούσε, αλλά εμείς ήμασταν οι νικητές, είχαμε φτάσει κι εμείς στην πρώτη γραμμή. Τ’ άλογα τα είχαμε καλυμένα πίσω στο δάσος. Οι μάχες γίνονταν πλέον με πυροβολικό και όλμους. Κάποια στιγμή κινδύνεψα πολύ, όταν μας επισήμαναν τα αεροπλάνα και κατέβηκαν χαμηλά στα 30 μέτρα, μας μυδραλιοβολούσαν και μας έριξαν μια δέσμη βόμβες. Χάσαμε 4 φαντάρους 11 άλογα νεκρά και 27 τραυματισμένα. Μείναμε εκεί, κάτω από βράχους για να μη μας βρίσκουν οι οβίδες. Έπεσε όμως μία δίπλα μου και άνοιξε έναν λάκκο δυο μέτρα βάθος. Έπεσα μέσα, το άλογό μου σκοτώθηκε. Έμεινα εκεί δυο μέρες και με θεωρούσαν σκοτωμένο. Όμως βγήκα και προχώρησα, σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Συνεχίζαμε τη νικηφόρα μας πορεία, με κρυοπαγήματα, πείνα, γεμάτοι ψείρες, αλλά συνεχίζαμε, μέχρι που μπήκαν οι Γερμανοί, με τα γνωστά επακόλουθα για την Πατρίδα και το λαό μας…..

Ένας κόμπος στη φωνή του έδειχνε, ότι ο γερο-Θανάσης είχε κουραστεί και συγκινηθεί από τις αναμνήσεις ενός Έπους, του οποίου ήταν και εκείνος ένας ζωντανός αδριάντας….. Η δική μου συγκίνηση δεν ήταν μικρότερη. Άλλο να διαβάζεις ένα αφήγημα για το Καλπάκι κι άλλο να σου διηγείται τα γεγονότα ένας ενενηντάχρονος γέροντας που είχε πάρει ενεργό μέρος σ’ αυτά. Που είχε πολεμήσει εκεί για την Πατρίδα, με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του.

Κατά την επιστροφή από την εκδρομή, μέσα στο πούλμαν, έγραψα τους παρακάτω στίχους, που τους αφιέρωσα στον Θανάση Σχοινά και του έστειλα αργότερα ένα αντίτυπο μιας τοπικής εφημερίδας στην οποία δημοσιεύτηκαν. Ήταν χρέος μου να το κάνω. Όπως μου είπε η κόρη του, όταν τους διάβασε έκλαψε, πήρε στα χέρια του και την τιμητική πλακέτα και είπε στη γριά γυναίκα του: Τώρα, μπορώ να πεθάνω ήσυχος. Ίσως να αιστάνθηκε, ότι πέρασε πλέον στην Ιστορία με Όνομα και Επώνυμο Τον Ιανουάριο του 2015, ο ήρωας αυτός, στα 100 του περίπου χρόνια, με τρεις κόρες και έξη εγγόνια, πλήρης ημερών, άφησε την τελευταία του πνοή ήρεμος, στο χωριό του, το Μόδι Λοκρίδας. Τα υπόλοιπα, τα έχει πλέον αναλάβει η Ιστορία.

Στον Θανάση Σχοινά

Ένα ζωντανό σύμβολο του Έπους του ’40

Στο Καλπάκι,

Σε τούτα τ’ άγρια στενά σαν ήρθες

Τον εισβολέα ν’ απωθήσεις,

Στο στιβαρό σου χέρι βάσταγες

Του Διάκου του Θανάση το σπαθί

Μα και στη ράχη κουβαλούσες

Όλες του Έθνους τις ελπίδες

Το «αέρα» που εβόησες

Αντήχησε σε ράχες και φαράγγια

Κι οι φλέβες επαγώσαν του εχθρού

Κι όταν άστραψε η λόγχη σου με ορμή

Έκαναν πίσω τρομαγμένα τα κανόνια

Κι είπανε τότε, πως αυτό

Με Θερμοπύλες μοιάζει το τοπίο

Κι οι μαχητές ίδιοι με κείνους τους τριακόσιους

Όταν ανέβηκες εδώ

Να θυσιάσεις στην πατρίδα τη ζωή σου,

Αν χρειαζόταν,

Δεν είχες λογαριάσει, πως κι εμείς

Τον ζωντανό σου ανδριάντα στα ενενήντα σου

Γεμάτον μνήμες και μηνύματα,

Γεμάτον περηφάνια, σεμνότητα και ήθος,

Στου Έθνους μας το σύγχρονο Καλπάκι,

Τον έχουμε ανάγκη ζωτική

Να μας ωθεί πάντα μπροστά

Με δύναμη να μας οπλίζει

Για ν’ απωθήσουμε του Έθνους μας

Των σύγχρονων εχθρών τα στίφη..

(Έπαινος Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων 2018)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Γνώμη

Ο πάντα επίκαιρος J. M. Κeynes

Από: EBR

Ο John Maynard Keynes είναι πάντα  επίκαιρος παρά τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τους πιστούς των θεωριών του

Ευρώπη

Ουγγαρία: Μαθήματα Δημοκρατίας και Ευρωπαϊσμού

Ουγγαρία: Μαθήματα Δημοκρατίας και Ευρωπαϊσμού

Η πρωτοφανής πολιτική κινητοποίηση στις ουγγρικές εκλογές της 12ης Απριλίου είναι ενδεικτική ότι υπάρχουν στην ήπειρο πολίτες με δημοκρατικές και ευρωπαϊκές ευαισθησίες

Οικονομία

Η μίζα

Η μίζα

Το αντάλλαγμα της διαφθοράς είναι η “μίζα”. Δυστυχώς η διαφθορά διογκώνεται και υπονομεύει την δημοκρατική οργάνωση κάθε πολιτείας.

EURACTIV.com - Feeds

All contents © Copyright EMG Strategic Consulting Ltd. 1997-2026. All Rights Reserved   |   Αρχική Σελίδα  |   Disclaimer  |   Website by Theratron