του Κώστα Μποτόπουλου*
Η πρόσφατη κυβερνητική εξαγγελία, διά στόματος μάλιστα Πρωθυπουργού, για την παραχώρηση «freedom pass» στους νέους από 18 έως 25 ετών, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια αστοχία, η οποία αντανακλά και ένα ευρύτερο Κοινωνικό φαινόμενο.
Η αστοχία είναι και ουσιαστική και πολιτική και επικοινωνιακή. Ουσιαστική, γιατί είναι άλλο η ενθάρρυνση και τα κίνητρα, τα οποία η δημόσια εξουσία έχει υποχρέωση, μετά και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Βιοηθικής, να παράσχει στους πολίτες (αλλά σε όλους τους πολίτες, χωρίς ηλικιακές ή άλλες διακρίσεις), ώστε να ανέβει ο αριθμός των εκουσίως εμβολιαζομένων. Είναι άλλο η ενδεχόμενη, ως ύστατο μέτρο, θέσπιση ορισμένων προνομίων - διευκολύνσεων (κινούμενων εντός των ορίων της αναλογικότητας, δηλαδή της λογικής και του μέτρου) για τους εμβολιασθέντες. Και είναι τελείως άλλο να δίδονται «δωράκια», σε ορισμένες μάλιστα κατηγορίες πολιτών, ώστε να εμβολιαστούν. Πολιτική αστοχία, γιατί αποτελεί μέτρο αμφιβόλου αποτελέσματος, το οποίο μπορεί να δώσει αφορμή για άσκηση κριτικής σε μέτωπα που «πονάνε» την κυβέρνηση: ότι δεν πήρε άλλα μέτρα και τώρα παίρνει ξαφνικά αυτό το σαφώς δευτερεύον, ότι χρησιμοποιεί δημόσιο χρήμα για να «κλείσει το μάτι» σε μια κατηγορία πολιτών, ότι κινείται με γνώμονα όχι την ουσία αλλά τις εντυπώσεις. Και επικοινωνιακή αστοχία, γιατί η κίνηση μπορεί να ερμηνευθεί ότι αντανακλά μια όχι ικανοποιητική πορεία του εμβολιαστικού προγράμματος – κάτι εκεί που η κυβέρνηση λέει ότι δεν ισχύει και πιθανότατα πράγματι - δεν ισχύει – και γιατί γενικώς τέτοιες κινήσεις, ιδίως όταν ντύνονται με «τρέντι» ενδύματα (μια αγγλική ονομασία του δώρου ή η πρωθυπουργική ρήση «να τσιμπήσουν την ευκαιρία και να Τσιμπηθούν με ένα εμβόλιο») συνήθως γυρίζουν μπούμερανγκ.
Όλα τα παραπάνω προβλήματα πιστεύω ότι σε μεγάλο ποσοστό προκύπτουν από μια γενική στάση της ελληνικής κοινωνίας, και του ελληνικού Πολιτικού συστήματος, έναντι των νέων. Μια στάση που θα τη χαρακτήριζα ως παρά φύσιν συνδυασμό πατερναλισμού και εξιδανίκευσης. Για την πολιτεία, αλλά, δυστυχώς, και για τη μεγάλη πλειοψηφία των γονιών, οι νέοι αποτελούν συγχρόνως ένα είδος υπό υπερβολική) προστασία και μια φανταστική) εικόνα μιας καλύτερης Ελλάδας. Δυο, ανάμεσα στα πολλά, παραδείγματα, που αποτελούν συγχρόνως και «ελληνικά φαινόμενα»: η ενασχόληση των γονιών, αλλά και των Η εφημερίδων και της κυβέρνησης, με τις επιδόσεις των μαθητών στο σχολείο, ιδίως κατά τις Πανελλαδικές Εξετάσεις, που κάθε χρόνο είναι σαν να τις περνά σύσσωμο το πανελλήνιο. Και οι εργασίες της λεγόμενης Βουλής των Εφήβων, που αποτελούν μια ωραία, ίσως, ιδέα, η οποία ωστόσο, έμμεσα, διά του κοινωνικού παραδείγματος, του τρόπου επιλογής των συμμετεχόντων, της «Καθοδήγησης» του σχολείου και των γονιών, οδηγεί σε μια «μίμηση πράξεως» – μίμηση των πολιτικών και του ξύλινου λόγου, μίμηση του λυρικού αποθέματος της λογοτεχνίας μας, χωρίς τη στοχαστικότητά της -αντί για μια «ανακάλυψη λόγου», του λόγου του αυθορμητισμού, της διάθεσης για αλλαγές, της ορμής για ελευθερία και έρωτα. Δείχνει, πιστεύω, έλλειψη πίστης στους - νέους να θέλουμε να τους προστατέψουμε τόσο – από τον εαυτό τους, τη διαφορά τους, την ίδια τη ζωή τους τελικά - και να επιχειρούμε να τους τα «δείξουμε» διαρκώς όλα εν συνειδήσεις από την άλλη, ότι το παράδειγμά μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, κάθε άλλο παρά συνιστά υπόδειγμα. Και δείχνει έλλειψη μέτρου Και, ακόμα περισσότερο, γενναιοδωρίας –η πραγματική γενναιοδωρία συνίσταται στο να μην επιζητείς να διαμορφώσεις τον κόσμο, και το παιδί σου, στα δικά σου μέτρα - η κολακεία των νιάτων μόνο και μόνο γιατί είναι νιάτα - υπάρχουν νέοι, ιδίως στις γκρίζες μέρες μας, που είναι πολύ πιο γέροι από πολλούς γέρους -, καθώς και η αταβιστική υιοθέτηση του αξιώματος ότι «Οι νέοι είναι καλύτεροι από εμάς» – δεν είναι όλοι, και αυτοί που πράγματι είναι οφείλουμε να τους στηρίξουμε αλλιώς.
Τα νιάτα είναι πολύτιμα για τους χυμούς και τη δημιουργικότητά τους. Ας μην τα φτηναίνουμε και ας μην τα χρησιμοποιούμε για χαμηλούς σκοπούς, δικούς μας ή αλλότριους.
*συνταγματολόγος





