Edition: International | Greek
MENU

Αρχική » Ανάλυση

Σύγκριση ισχύος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας

Πώς τοποθετούνται οι δυο χώρες σε περίπτωση θερμής αντιπαράθεσης;

Από: EBR - Δημοσίευση: Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2021

«Η Ελλάδα υπερτερεί σε κρίσιμους επιχειρησιακούς τομείς όπως τα υποβρύχια, η διαστρωματωμένη αεράμυνα, και αλλού.»
«Η Ελλάδα υπερτερεί σε κρίσιμους επιχειρησιακούς τομείς όπως τα υποβρύχια, η διαστρωματωμένη αεράμυνα, και αλλού.»

των Νικόλαου Παούνη και Δημήτριου Τσαϊλά*

Συχνά κρατάμε στο μυαλό μας στυλιζαρισμένες αφηγήσεις του παρελθόντος που πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται να επαναληφθούν. Ζητήστε από έναν αναλυτή να περιγράψει την ιστορία της εμπλοκής της Ελλάδας στον κόσμο μετά το 1821, και θα διαπιστώσετε ότι μπορεί να προσφέρει μια ασαφή, διχασμένη ιστορία. Υπήρχε ο απελευθερωτικός αγώνας και η εποχή μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Ο απελευθερωτικός αγώνας πιθανότατα θα αναγνωριζόταν ως μια αδιάλειπτη γεωπολιτική και ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ του ανταγωνισμού ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και την παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο αναλυτής μπορεί να αφηγηθεί ότι οι εθνικές δυνάμεις επικράτησαν ακολουθώντας αδιάκοπα την στρατηγική των Δυτικών, που διατυπώθηκε εν τέλει με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η σκέψη για μια σοβαρή απειλή από την Τουρκία ήταν απόμακρη. Αν και η Τουρκία κατείχε ένα αρκετά ικανό παράκτιο ναυτικό δυναμικό εκείνες τις ημέρες, τα πολεμικά σκάφη τους απλά δεν ήταν σημαντικοί ανταγωνιστές.

Από τότε τα πράγματα έχουν αλλάξει σημαντικά. Παρακολουθώντας την Τουρκία επί μακρόν, σχολαστικά, και επισταμένα διαπιστώνουμε μια βελτίωση σε κάθε πτυχή των αεροναυτικών της δυνατοτήτων. Οι βελτιώσεις των επιθετικών δυνατοτήτων των αεροναυτικών και αποβατικών της δυνάμεων, ξεκινούν μετά την κρίση του 1967 η οποία ξέσπασε στην Κύπρο. Αυτή η τάση έχει επιταχυνθεί σημαντικά την τελευταία εικοσαετία, καθώς η Τουρκία έχει επεκτείνει τον αριθμό των εξελιγμένων πολεμικών πλοίων της, τα έχει αναπτύξει επιθετικά σε ολόκληρη την περιοχή, και έχει κατασκευάσει νέους ναυστάθμους για χρήση ως στρατιωτικές βάσεις στην Θάλασσα της Μεσογείου. Έχει πλέον φτάσει σε σημείο να διαταράξει υπέρ της την ισορροπία ισχύος σε αυτά τα ύδατα, και αυτό ενέχει πραγματικούς κινδύνους. Μάλιστα, έχουν γραφτεί πολλά για την πιθανότητα πολέμου μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας. Οι αναλύσεις αυτές τείνουν να μετρώνται με θεωρητικούς όρους, και μεγάλο μέρος της ανάλυσης επικεντρώνεται ακριβώς στο πότε και πώς μπορεί να συμβεί. Αλλά το ζωτικό ερώτημα είναι πραγματικά πολύ απλό: ποιος θα είναι ο νικητής;

Η λογική των στείρων αριθμητικών αντιπαραθέσεων στο πεδίο σύγκρισης των στρατιωτικών δυνάμεων, τείνει να απαξιωθεί. Αυτό το οποίο κερδίζει σταδιακά έδαφος είναι η τεχνολογική υπεροχή, η εφαρμογή νέων δογμάτων επιχειρήσεων, ο βαθμός τεχνολογικής αυτονομίας (άμεσα συνδεδεμένος με την ανάπτυξη εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας), ενώ η εκπαίδευση, το ηθικό, και η κοινωνική συνοχή αποτελούν αμετάβλητους και παραδοσιακούς παράγοντες διαμόρφωσης συνθηκών επικράτησης και νίκης.

Φυσικά, μετά από ένα ολοκληρωτικό πόλεμο όλοι θα έχουν χάσει. Γι’ αυτόν τον λόγο ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί ο πόλεμος είναι να πεισθεί ο αντίπαλος ότι σχεδόν σίγουρα θα ήταν ο μεγαλύτερος χαμένος. Η στρατιωτική ισορροπία μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας είναι περίπλοκη και απαιτεί να σκεφτούμε τους προϋπολογισμούς, τον αριθμό των πολεμικών πλοίων και των αεροσκαφών, την γεωγραφία, τα συστήματα συμμαχίας και την τεχνολογία -ειδικά την υποθαλάσσια ικανότητα των υποβρυχίων, την κυβερνοασφάλεια, και το διάστημα.

Η Ελλάδα υπερτερεί σε κρίσιμους επιχειρησιακούς τομείς όπως τα υποβρύχια Τ-214, η διάθεση διαστρωματωμένης αεράμυνας (η ικανότερη στο ΝΑΤΟ), σε υποστρατηγικά βλήματα κρούσης (Scalp-EG), ενώ σύντομα αρχίζει η παραλαβή των μαχητικών Rafale F.3 τα οποία δημιουργούν συνθήκες αεροπορικής κυριαρχίας. Η Τουρκία, όμως, πραγματοποιεί ενέργειες ανατροπής αυτών των πλεονεκτημάτων. Σύντομα θα διαθέτει 6 υποβρύχια τύπου 214, αναπτύσσει τα εγχώρια βλήματα cruise SOM-J (τα οποία έρχονται να προστεθούν στα 48 SLAM), ενώ για να κατορθώσει να διατρήσει την ελληνική αεράμυνα, εκτιμάται ότι θα επιχειρήσει μια συντονισμένη επίθεση με UAV’s, τακτικά βλήματα (BORA), stand off πυραύλους (AGM-142, SOM-B), UCAV’s (Harpy) εν μέσω ηλεκτρονικών παρεμβολών (Koral, CN-235EW). Η πρόσφατη συνεργασία με το Κατάρ για την ανάπτυξη μαχητικών Rafale σε τουρκικό έδαφος και κατ’ επέκταση η εκπαίδευση Τούρκων χειριστών στα εν λόγω μαχητικά, θέτει προβληματισμούς.

Η Τουρκία υπερτερεί στον κρίσιμο τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, αφού οι ένοπλες δυνάμεις της υποστηρίζονται σε ποσοστό άνω του 70%, όταν το αντίστοιχο ημέτερο κινείται στο 10%. Η αμυντική βιομηχανία της γειτονικής χώρας θεωρείται ο 14ος μεγαλύτερος εξαγωγέας οπλικών συστημάτων, και η εισροή συναλλάγματος κινείται άνω των 2 δισ. δολαρίων κατά έτος. Η Τουρκία ενέταξε το σύστημα S-400 το οποίο δημιουργεί προβλήματα στην δράση της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας κυρίως στα μεσαία και μεγάλα ύψη, θεωρείται όμως αντιμετωπίσιμο. Η Τουρκία εφαρμόζει νέες μορφές πολέμου και δόγματα (π.χ. δικτυοκεντρικός πόλεμος), ενέταξε το διάστημα στο επιχειρησιακό της φάσμα, ενώ σύστησε από το 2015 και υπηρεσία Κυβερνοπολέμου. Αξιόλογο θεωρείται το πυραυλικό της πρόγραμμα ενώ η ανάπτυξη των δυνατοτήτων της στον ρομποτικό πόλεμο κυρίως με την χρήση UAV’s και Loitering Munitions (Kargu2) με ενσωματωμένη τεχνητή νοημοσύνη οφείλει να μας προβληματίσει για την ανάπτυξη των κατάλληλων αντιδότων.

Σε κάθε περίπτωση καταλυτικός παράγοντας είναι η γεωγραφία του θεάτρου επιχειρήσεων. Γεωγραφικά, το Αιγαίο είναι ένα δύσκολο επιχειρησιακό περιβάλλον για τον αντίπαλο, λόγω των ιδιαίτερων γεωγραφικών χαρακτηριστικών του και της αρχιπελαγικής του δομής σε συνδυασμό με την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική κυριαρχία της Ελλάδος στην περιοχή. Η εγκατάσταση αποκεντρωμένων δικτύων διοίκησης, ελέγχου και πυρός δύναται να δημιουργήσει συνθήκες αντιπρόσβασης/άρνησης περιοχής (Α2/ΑD), γεγονός καταλυτικό για την εμπέδωση της εθνικής κυριαρχίας. Μια ανάλυση της ιστορικής εξέλιξης του Πολεμικού Ναυτικού προσφέρει μια εικόνα για το πώς μια ναυτική δύναμη μπορεί να ακυρώσει έναν επιθετικό αντίπαλο αρνούμενη την πρόσβαση στα παράλια και τα σημεία ελέγχου, κατορθώνοντας να κυριαρχήσει σε ολόκληρο το θαλάσσιο περιβάλλον με εξασφάλιση των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας (Sea Lines of Communication, SLOC). Ο ελληνισμός ανέπτυξε τις πρώτες θαλάσσιες δυνατότητές του σε περιορισμένα υδάτινα θέατρα επιχειρήσεων, όπως το Αιγαίο, και, το πιο σημαντικό, από μια θέση σχετικής αδυναμίας σε αριθμό πλοίων, σε σύγκριση με τους Τούρκους αντιπάλους.

Στην ανοικτή θάλασσα η Τουρκία απολαμβάνει μεγάλο πλεονέκτημα σε μια πιθανή σύγκρουση με την Ελλάδα στην θάλασσα της ανατολικής Μεσογείου. Συγκεκριμένα, η Τουρκία θα μπορούσε να υποστηρίξει λογιστικά τα πολεμικά της πλοία ως προς τα καύσιμα και τα πυρομαχικά, να παρέχει εγκαταστάσεις επισκευής μάχης σε κοντινή απόσταση και να μετακινήσει τα πληρώματα πάνω και έξω από τα πλοία τους με ευκολία. Στην προειρημένη εικόνα προστίθεται και η δυνατότητα αεράμυνας περιοχής την οποία διασφαλίζουν 8 σκάφη τύπου Oliver Hazard Perry, αλλά και τα 7 ιπτάμενα τάνκερ KC-135, τα οποία θα εξυπηρετούν τις αεροπορικές δυνάμεις κάλυψης. Για την Ελλάδα, οι αλυσίδες εφοδιασμού και ανθρωπίνου δυναμικού εξασθενούν τις ημέτερες δυνάμεις, οδηγώντας σε πιο λεπτομερή σχεδιασμό για την κάλυψη της αδυναμίας και επιβάλλοντας συνεργασίες και συμμαχίες.

Το Πολεμικό Ναυτικό θα πρέπει να εξετάσει τα διδάγματα που αντλήθηκαν από παλαιότερες συμμαχικές επιχειρήσεις σε ανοικτές θάλασσες, αξιοποιώντας τις μοναδικές γνώσεις που αποκτήθηκαν από τους περιορισμούς της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής, προκειμένου να τα προσαρμόσουν σε μια αποτελεσματική προσέγγιση των ελληνικών ημετέρων δυνάμεων.

Επιπλέον, οι ναυτικές βάσεις της Τουρκίας απαιτούν τακτική και στρατηγική πολεμική σκέψη η οποία να εξετάζει πώς να εξουδετερώσει αυτές τις εγκαταστάσεις, με μια σκέψη να αναπτύξει τις ελληνικές ειδικές δυνάμεις για να καταστρέψει την επιθετική ικανότητα των εγκαταστάσεων αυτών νωρίς σε μια σύγκρουση. Η πρόσφατη επιχειρησιακή δοκιμή της ενιαίας διοίκησης ειδικών δυνάμεων (Διοίκηση Ειδικού Πολέμου), δείχνει ότι συμβαίνουν αλλαγές προς την σωστή επιχειρησιακή κατεύθυνση. Ενώ η Ελλάδα θα προσπαθήσει να αντισταθμίσει τη μακρά υλικοτεχνική ουρά δεσμεύοντας τους συμμάχους μας, η γεωγραφία στη Μεσόγειο είναι σαφώς ένας παράγοντας που ευνοεί την Τουρκία.

Τι γίνεται με τις συμμαχίες; Στην Ελλάδα πιστεύουμε το τελευταίο καιρό ότι το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημά μας έναντι της Τουρκίας είναι το δίκτυο συμμάχων, συνεργατών, και φίλων σε όλη την περιοχή. Αυτό σημαίνει ισχυρή υποστήριξη από το Ισραήλ –την καλύτερη και ισχυρότερη αεροπορία-, την Αίγυπτο –με πολύ ικανές ναυτικές δυνάμεις-, τις ΗΠΑ, και την Γαλλία. Ωστόσο, το πόσο θα μπορούσαν να βασιστούν οι Ένοπλες Δυνάμεις μας σε αυτούς τους εταίρους ενόψει μιας τουρκικής επίθεσης είναι ένα ζήτημα που απαιτεί πολλές ερμηνείες. Η εμπειρία με το Ισραήλ έχει δείξει ωστόσο ότι στον τομέα ανταλλαγής πληροφοριών, υπάρχει μια προωθημένη συνεργασία.

Τέλος, και το πιο σημαντικό, η νίκη σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από το ποιος έχει την καλύτερη τεχνολογία. Ενώ στην υποθαλάσσια δράση των υποβρυχίων ακόμη έχουμε πλεονεκτήματα, στις κρίσιμες περιοχές του αριθμού των στρατιωτικών δορυφόρων στο διάστημα, των επιθετικών και αμυντικών εργαλείων στον κυβερνοχώρο και των μη επανδρωμένων οχημάτων, η Ελλάδα προσπαθεί να βρει το βηματισμό της. Όμως η Τουρκία κινείται γρήγορα, ειδικά στην τεχνητή νοημοσύνη, τους υπερηχητικούς πυραύλους (hypersonic missiles), τον κυβερνοχώρο, και το αναδυόμενο πεδίο της κβαντικής πληροφορικής. Ήδη έγινε σχετική αναφορά σε προηγούμενη παράγραφο.

Καθήκον μας είναι να προωθήσουμε την ειρήνη και την σταθερότητα στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο με τον αεροναυτικό μας στόλο, με σκοπό να αρνηθούμε στον εχθρό την ευκαιρία να χτυπήσει. Σε ενδεχόμενο πόλεμο, η πολεμική σχεδίαση πρέπει να στηρίζεται στις ημέτερες δυνάμεις και δυνατότητες. Στη μακραίωνη ιστορία της Ελλάδας, φωτισμένοι ηγέτες ανέτρεψαν την προσέγγιση του Πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας στην στρατηγική του πολέμου και αναπτέρωσαν περίφημα την καθημαγμένη ψυχολογία του ελληνισμού, επαναφέροντάς την στην σφαίρα της λογικής από έναν σκοτεινό θρησκευτικό κόσμο στον οποίο η Θάλασσα ήταν Θεός, ο Στόλαρχος ο προφήτης του, και το Πολεμικό Ναυτικό η μόνη αληθινή εκκλησία. Ακόμη και σήμερα, σχεδόν κανένας δεν έχει την οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τον τεράστιο αντίκτυπο της κλασικής έκφρασης του Περικλή «Μέγα το της θαλάσσης Κράτος». Η επιρροή της θαλάσσιας ισχύος στην ιστορία είχε και συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις για την αερο-ναυτική στρατηγική. Αυτά χρειάζεται να συζητήσουμε και να πάρουμε άμεσες αποφάσεις.

Είναι λάθος η τάση να βλέπουμε τον πόλεμο ως ένα είδος αθλητικού διαγωνισμού έξω από κάθε πολιτικό πλαίσιο. Πρέπει πάντα να έχουμε την ικανότητα να συμπληρώνουμε την πολιτική, συγχρονίζοντας τους μοχλούς της εθνικής ισχύος για ανταγωνισμό σε ένα μεταβαλλόμενο τοπίο. Πριν εξεταστούν τα ειδικά θέματα που τίθενται από τις εξοπλιστικές εξελίξεις, υπενθυμίζονται τρεις θεμελιώδεις αρχές αμυντικού σχεδιασμού, άνευ των οποίων η σχετική συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα σε άσχετες και παραπειστικές ατραπούς:

1. Ο στρατιωτικός σχεδιασμός γίνεται πάντα σε συνάρτηση με τον αντίπαλο και με τις πολιτικές και επιχειρησιακές απαιτήσεις που θέτει η πολιτική Εθνικής Άμυνας της Χώρας.

2. Ο αμυντικός σχεδιασμός εξελίσσεται στον χρόνο, όπως άλλωστε εξελίσσεται και ο σχεδιασμός και η ισχύς του αντιπάλου.

3. Οι εξοπλισμοί είναι πρόβλημα βελτιστοποίησης υπό περιορισμούς. Δηλαδή ό,τι ξοδεύεται καθ’ υπερβολήν σε έναν τομέα, ξοδεύεται εις βάρος των άλλων τομέων. Άρα ο αμυντικός σχεδιασμός θα πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια. Υπάρχει τέτοια διαχρονική αντιμετώπιση από την στρατιωτική και πολιτική ηγεσία;

Οι βασικοί τέσσερις πυλώνες στους οποίους στηρίζεται ένα οπλικό σύστημα είναι η βέλτιστη σχέση κόστους αποτελεσματικότητας, η επιβιωσιμότητά του σε εχθρικό περιβάλλον, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητά του και η εγγενής δυνατότητα συνεχούς υποστήριξής του κατά την διάρκεια μιας ένοπλης σύρραξης.

Οπότε, σοβαρές λύσεις σε βασικά προβλήματα απαιτούν συστηματική αντιμετώπιση σε βάθος χρόνου. Η αμυντική μας βιομηχανία πρέπει να γίνει ανταγωνιστική σε τεχνολογικό και οικονομικό επίπεδο, με συμμετοχή σε μεγάλα διεθνή προγράμματα –συμπαραγωγές, μεταφορά τεχνογνωσίας– και με έμφαση στην Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α).

*Διεθνολόγος Msc, διδάσκων στο ΕΚΠΑ και υποναύαρχος ε.α.
**πρώτη δημοσίευση: www.foreignaffairs.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Γνώμη

Ιουλία Τσέτη: Νέο μοντέλο παραγωγής, χρηματοδότηση της έρευνας, βιώσιμη ανάπτυξη

Από: EBR

Η πανδημία -όσο οδυνηρή κι αν είναι- μας έδωσε μια ευκαιρία να αφυπνιστούμε. Να αντιληφθούμε ότι στο μέλλον πρέπει να είμαστε περισσότερο συνεργάσιμοι και να στραφούμε στο μοντέλο “Big Pharma”

Ηλεκτρονική Έκδοση Τρέχοντος Τεύχους: 03/2021 2021

Περιοδικό

Τρέχον Τεύχος

03/2021 2021

Δείτε τα παλαιά τεύχη
Συνδρομή
Διαφημιστείτε
Ηλεκτρονική Έκδοση

Ευρώπη

«Η Επιτροπή προκαλεί την καταστροφή των δασών», ένα ακόμη σφάλμα εις βάρος του περιβάλλοντος

«Η Επιτροπή προκαλεί την καταστροφή των δασών», ένα ακόμη σφάλμα εις βάρος του περιβάλλοντος

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατηγορήθηκε για «καταστροφή των δασών» αφού δημοσίευσε τις προτάσεις της, καθώς αυτές δεν αποτρέπουν την καύση των δέντρων για παραγωγή ενέργειας

Οικονομία

Ανθεκτικές οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην πανδημική κρίση

Ανθεκτικές οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην πανδημική κρίση

Ανθεκτικότητα παρά την σφοδρότητα της πανδημίας επέδειξαν οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις

EURACTIV.com - Feeds

All contents © Copyright EMG Strategic Consulting Ltd. 1997-2021. All Rights Reserved   |   Αρχική Σελίδα  |   Disclaimer  |   Website by Theratron