του Κώστα Χριστίδη*
Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να ορισθεί ως η προϊούσα μείωση της σημασίας μίας εδαφικής βάσης εντός ορισμένων κρατικών συνόρων για οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις και δραστηριότητες.
Η παγκοσμιοποίηση υπό μίαν έννοια ξεκινά από την αρχαιότητα με την μορφή εμπορικών συναλλαγών μικρής ή μεγάλης έκτασης, διά των οποίων αγαθά παραγόμενα σε έναν τόπο, μεταφέρονταν προς κατανάλωση σε άλλον τόπο. Μετά την δημιουργία των πρώτων εθνικών κρατών κατά τον 17ο αιώνα υπήρξαν δύο χρονικά σημεία – σταθμοί στην εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης. Ο πρώτος σταθμός τοποθετείται περί το 1820, οπότε η επανάσταση του ατμού επέτρεψε στους ανθρώπους να παράγουν και να συγκεντρώνουν ποσότητες ενέργειας αδιανόητες ως τότε και, ταυτόχρονα, η βελτίωση των μέσων μεταφοράς έκανε οικονομικά εφικτή την κατανάλωση αγαθών που παράγονταν σε μακρινούς τόπους, με αποτέλεσμα τα κράτη – έθνη να παράγουν εκείνα τα αγαθά και υπηρεσίες στα οποία είναι πιο ανταγωνιστικά (διαθέτουν “συγκριτικό πλεονέκτημα”) και να εμπορεύονται τα υπόλοιπα.
Ο δεύτερος χρονικός σταθμός σημειώθηκε περί το 1990, οπότε η επανάσταση στις τεχνολογίες της πληροφορίας και των επικοινωνιών άλλαξε ριζικά τον παγκόσμιο καταμερισμό της γνώσης. Η μείωση του κόστους υπολογισμού και αποθήκευσης δεδομένων και η επαναστατική ώθηση στη μετάδοση πληροφοριών επέτρεψε την μεταλαμπάδευση ιδεών σε σχεδόν οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη και άλλαξε τις σχέσεις των εταιρειών με τους πελάτες, τους προμηθευτές και τους εργαζομένους τους. Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός των θέσεων εργασίας και το μερίδιο της προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης μειώθηκε στις βιομηχανικές χώρες του Βορρά και αυξήθηκε κατακόρυφα σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Ινδία κ.α.
Ήδη υπό τις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης, πολλές επιχειρήσεις από χώρες του Βορρά μεταφέρουν στοχευμένα σε χώρες του Νότου όχι μόνο ολόκληρα εργοστάσια αλλά, με αυξανόμενη συχνότητα, συγκεκριμένα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας.
*Νομικός – Οικονομολόγος





